Του μαθητή Μινήσιου Ζαχαρία Ταξιάρχη, Ο προπάππος μου στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο

 

Σας γράφω την ιστορία όπως την είχε διηγηθεί ο παππούς του πατέρα μου, Εμμανουήλ Μινήσιος του Ιωάννη. Είναι μια ιστορία που πέρασε από γενιά σε γενιά μέσα στην οικογένειά μας και αποτελεί πλέον ένα σημαντικό κομμάτι της οικογενειακής μας μνήμης.

Η ιστορία διαδραματίζεται περίπου το 1944.

Στον χώρο του Πύργου του Χαροκόπουλου βρίσκονταν καύσιμα των Γερμανών. Μετά το σαμποτάζ και την ανατίναξη των καυσίμων, πετάχτηκαν προκηρύξεις στη Γιάννουλη.

Ακολούθησε γερμανικό μπλόκο στη Γιάννουλη. Οι Γερμανοί έμπαιναν στα σπίτια ένα προς ένα και έψαχναν για ενοχοποιητικά στοιχεία, προκειμένου να εντοπίσουν ανθρώπους που συμμετείχαν στην Εθνική Αντίσταση και να τους εκτελέσουν

Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης συνελήφθησαν και αυτοί που συμμετείχαν ενεργά στην Εθνική Αντίσταση.

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν και κρατήθηκαν στο Πρώτο Δημοτικό Σχολείο, στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται η Α' Δημοτικού. Εκεί βρίσκονταν και τρεις Γιαννουλίτες, των οποίων οι υπογραφές ταίριαζαν με εκείνες που υπήρχαν στις προκηρύξεις. Αργότερα, οι τρεις αυτοί Γιαννουλίτες εκτελέστηκαν.

Οι Γερμανοί ζήτησαν από τους νεαρούς να βάλουν τις υπογραφές τους. Όσων οι υπογραφές δεν ταίριαζαν, τους άφησαν τελικά να φύγουν, αφού πρώτα τους είχαν υποβάλει σε βασανιστήρια και άγριο ξυλοδαρμό.

Ο παππούς μου είχε διηγηθεί πως τους έβαζαν να τρέχουν από τη μία πόρτα του σχολείου μέχρι την έξοδο. Δεξιά και αριστερά βρίσκονταν Γερμανοί στρατιώτες, οι οποίοι τους χτυπούσαν με ξύλινα ρόπαλα.

Στο τέλος της διαδρομής υπήρχε ένα θρανίο. Τους έλεγαν ότι όποιος δεν κατάφερνε να πηδήξει πάνω από αυτό, θα τον σκότωναν.

Ο παππούς μου, παρά το ξύλο και τα βασανιστήρια που είχε υποστεί, κατάφερε να πηδήξει πάνω από το θρανίο και να βγει από την πίσω πόρτα του σχολείου. Όμως, από τον πόνο και την εξάντληση, κατέρρευσε σχεδόν ημιλιπόθυμος.

Από εκείνη τη στιγμή θυμόταν μόνο αποσπασματικά τι είχε συμβεί. Θυμόταν μια γερμανική μοτοσικλέτα να σταματά και έναν Γερμανό να τον μεταφέρει στην άκρη του δρόμου, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το πεζοδρόμιο.

Όταν συνήλθε, πήγε στο σπίτι του. Πήρε το όπλο του και το άσπρο άλογό του και αποφάσισε να φύγει από τη Γιάννουλη. Φοβόταν ότι οι Γερμανοί θα τον αναζητούσαν και θα τον εκτελούσαν. Σκοπός του ήταν να κατευθυνθεί προς τα βουνά και να συναντήσει τον στρατό.

Κατευθύνθηκε προς τον Τύρναβο. Έξω από το νεκροταφείο, όμως, συνάντησε γερμανικό μπλόκο. Οι Γερμανοί τον πυροβόλησαν και τον τραυμάτισαν στο πόδι και στο κεφάλι. Το άλογό του σκοτώθηκε.

Παρά τα τραύματά του, συνέχισε την πορεία του με τα πόδια. Από τον Τύρναβο πήγε στον Αμπελώνα, στη συνέχεια στη Φαλάνη και έπειτα στο Δασοχώρι.

Εκεί, εξαντλημένος από τα τραύματα και τις κακουχίες, κατέρρευσε έξω από ένα σπίτι.

Τον βρήκε ένας ηλικιωμένος κτηνοτρόφος, ο οποίος, βλέποντας το σώμα του γεμάτο μελανιές από τον ξυλοδαρμό, προσπάθησε να τον βοηθήσει. Τον έβαλε μέσα σε ένα τομάρι προβάτου, καθώς τότε πίστευαν ότι αυτό βοηθούσε να υποχωρήσουν οι μελανιές και να αναρρώσει το σώμα.

Έμεινε εκεί για δύο ημέρες, μέχρι να ανακτήσει κάποιες δυνάμεις. Στη συνέχεια έφυγε και συνέχισε την πορεία του.

Τελικά έφτασε στον Βόλο, όπου συνάντησε τον ελληνικό στρατό. Εκεί οι Έλληνες πολεμούσαν για την κατάληψη ενός υψώματος. Το βράδυ το ύψωμα το καταλάμβαναν οι Έλληνες, ενώ το πρωί οι Γερμανοί, με τα τανκς, το έπαιρναν ξανά. Αυτό συνεχίστηκε περίπου για μία εβδομάδα.

Κάποια στιγμή τους ανακοινώθηκε ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει. Οι Γερμανοί έφυγαν και οι Έλληνες κατέλαβαν το ύψωμα.

Στη συνέχεια τους είπαν ότι έπρεπε να πάνε στην Αθήνα για να παρελάσουν. Έτσι, ξεκίνησαν από τον Βόλο με τα πόδια.

Κατά τη διάρκεια της πορείας, τα παπούτσια του παππού μου είχαν πλέον καταστραφεί. Κάποια στιγμή βρήκε έναν σκοτωμένο Γερμανό στρατιώτη και, επειδή οι μπότες του του ταίριαζαν, τις πήρε και τις φόρεσε.

Συνεχίζοντας την πορεία προς την Αθήνα, έφτασε στην πρωτεύουσα τον Δεκέμβριο του 1944, όταν βρίσκονταν σε εξέλιξη τα Δεκεμβριανά.

Τότε δεν υπήρχαν τα μέσα επικοινωνίας που υπάρχουν σήμερα και οι πληροφορίες δεν μπορούσαν να μεταδοθούν γρήγορα. Όπως μου είχε διηγηθεί ο παππούς μου, όταν το σύνταγμα έφτασε στην Αθήνα, βρέθηκε σε μια κατάσταση που κανείς από τους στρατιώτες δεν γνώριζε. Τους πυροβολούσαν και οι μεν και οι δε.

Μέσα σε αυτή την κατάσταση και χωρίς να γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβαινε, το σύνταγμα τελικά διαλύθηκε.

Ο παππούς μου μαζί με δύο άλλους Γιαννουλίτες κρύφτηκαν σε μια μισογκρεμισμένη οικοδομή, η οποία είχε υποστεί ζημιές από τους βομβαρδισμούς. Ο ένας από τους δύο ήταν ο Φάνης Τραγάκης. Το όνομα του τρίτου, δυστυχώς, δεν το θυμόμαστε.

Είχαν περάσει ήδη πολλές ημέρες χωρίς φαγητό. Καθώς αναζητούσαν ένα ασφαλές μέρος για να κρυφτούν, βρήκαν ένα γερμανικό καμιόνι μέσα στο οποίο υπήρχαν γαλέτες. Πήραν τις γαλέτες και έφαγαν. Ήταν μια μικρή πράξη επιβίωσης, ύστερα από ημέρες πείνας.

Ο παππούς μου είχε διηγηθεί ακόμη ότι τότε είδε για πρώτη φορά ανθρώπους με σκουρόχρωμο δέρμα μέσα σε τανκς. Όπως πίστευε, επρόκειτο για Άγγλους στρατιώτες.

Λίγη ώρα αργότερα, επειδή είχαν ξαναπεινάσει, ο παππούς μου, ως ο νεότερος από τους τρεις, προσφέρθηκε να επιστρέψει στο καμιόνι για να φέρει και άλλες γαλέτες.

Καθώς πλησίαζε, ένα αγγλικό αεροπλάνο άρχισε να πυροβολεί. Για να προστατευτεί, κρύφτηκε κάτω από το καμιόνι και παρέμεινε εκεί μέχρι να σταματήσουν οι πυροβολισμοί.

Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν Άγγλοι στρατιώτες, οι οποίοι τον συνέλαβαν και τον πήραν μαζί τους ως αιχμάλωτο πολέμου.

Τον μετέφεραν στο Ντομπρούκ της Λιβύης, όπου, σύμφωνα με την οικογενειακή μας αφήγηση, παρέμεινε αιχμάλωτος για περίπου επτά χρόνια.

Εκεί οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα σκληρές. Κάθε μέρα έκαναν καταναγκαστικά έργα και περνούσαν πολλές ώρες σπάζοντας πέτρες. Τους έδιναν φαγητό μόνο μία φορά την ημέρα και ζούσαν σε πολύ άθλιες συνθήκες.

Μου είχε διηγηθεί ακόμη ότι, για να κάνουν την ανάγκη τους, έσκαβαν οι ίδιοι με τα χέρια τους έναν λάκκο.

Με τη βοήθεια του βασιλιά, σύμφωνα με την αφήγηση του παππού μου, αποφασίστηκε τελικά ο επαναπατρισμός και η απελευθέρωση των αιχμαλώτων πολέμου.

Έναν με δύο μήνες πριν επιστρέψουν στην Ελλάδα, τους έδωσαν από ένα κοντό παντελονάκι και ένα πουκάμισο. Επίσης, μία φορά τον μήνα τους επέτρεπαν να επισκέπτονται την πλησιέστερη πόλη.

Σε μία από αυτές τις επισκέψεις του στο Ντομπρούκ, ο παππούς μου περπατούσε έξω από ένα εστιατόριο. Κοιτούσε τα φαγητά που υπήρχαν μέσα και, όπως μου είχε διηγηθεί, του έτρεχαν τα σάλια από την πείνα.

Τότε άκουσε ελληνικά.

Μπήκε μέσα και μίλησε στον ιδιοκτήτη του εστιατορίου, ο οποίος ήταν Έλληνας. Του εξήγησε την ιστορία του και όσα είχε περάσει όλα αυτά τα χρόνια.

Ο ιδιοκτήτης, αφού άκουσε την ιστορία του, του είπε ότι έναν τέτοιο γαμπρό ήθελε για μία από τις κόρες του. Του παρουσίασε τις τρεις κόρες του και του είπε: «Διάλεξε ποια θέλεις, για να την παντρευτείς».

Ο παππούς μου, όμως, αρνήθηκε. Η σκέψη του ήταν μόνο στη Γιάννουλη. Ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του, στο σπίτι του και στην οικογένειά του.

Και τελικά επέστρεψε.

Έπειτα από περίπου επτά χρόνια, ο παππούς μου γύρισε στη Γιάννουλη.

Όλα αυτά τα χρόνια, η οικογένειά του τον αναζητούσε. Είχαν απευθυνθεί στον Ερυθρό Σταυρό και σε άλλες υπηρεσίες, όμως κανείς δεν μπορούσε να τους επιβεβαιώσει ότι ήταν ζωντανός. Έτσι, τον θεωρούσαν νεκρό.

Την ημέρα που επέστρεψε στη Γιάννουλη, η μητέρα του έκανε το μνημόσυνό του, πιστεύοντας ότι είχε πεθάνει.

Και τότε συνέβη κάτι που δύσκολα μπορεί να το συλλάβει κανείς.

Ο άνθρωπος για τον οποίο η οικογένεια έκανε μνημόσυνο ως νεκρό, βρισκόταν εκείνη την ίδια ημέρα ζωντανός, πίσω στο χωριό του.

Μη έχοντας άλλο φαγητό, έφαγε από τα κόλλυβα που είχαν ετοιμάσει για το δικό του μνημόσυνο.

Έπειτα από χρόνια πολέμου, τραυματισμών, βασανιστηρίων, πείνας, πορείας και αιχμαλωσίας, ο παππούς μου είχε επιστρέψει τελικά εκεί όπου ήθελε περισσότερο να βρίσκεται: στη Γιάννουλη.