Κουτσοχιόνη Βασιλική
Γεννήθηκα το 1941 στην Αμυγδαλέα
Λάρισας. Η μητέρα μου η Ελένη Μπουρνάκα καταγόταν από τη Ραχούλα Λάρισας και ο πατέρας μου Κώστας Κουτσοχιόνης από την Αμυγδαλέα
(Γούνιτσα). Πουλούσε ξύλα και είχε λίγα πρόβατα . ‘Εχω τρεις αδερφές .Τη
Μαριάνθη που γεννήθηκε το 1940 ,την Ευαγγελία το 1948 και την Κωνσταντίνα το
1947 ,που γεννήθηκε αφού πέθανε ο πατέρας μου και πήρε το όνομά του.
Ο πατέρας πολέμησε το 1940 και πέθανε το 1947.
Όταν έσπασε το μέτωπο τη Μεγάλη Εβδομάδα όλοι την εκκλησία ,στον Άγιο Νικόλαο Αμυγδαλέας, και όταν βγήκαν έξω είδαν στο χαγιάτι του ναού
πολλούς φαντάρους .Τους είπαν ότι κατέρρευσε του μέτωπο και πως
θα γυρίσουν πίσω και οι δικοί τους
σύντομα. Μάλιστα ένας είπε στη μάνα ’’- Αφού ήρθε γράμμα από τον άντρα σου τρεις μέρες
πριν λογικά σε λίγες μέρες θα γυρίσει ‘’.Και πραγματικά γύρισε ,αλλά ήτανε γεμάτος με ψείρες και χρειάστηκαν
αρκετές μέρες για να τον καθαρίσουν .
Κατά τη διάρκεια της κατοχής ένας Γερμανός
στρατιώτης ερχόμενος από τον Τύρναβο ,διά μέσου Αγίας Σοφίας και Δένδρων,
πέρασε με μία φουσκωτή βάρκα το ποτάμι
και έφτασε στην Αμυγδαλέα .Ζήτησε να του δώσουνε τρόφιμα αλλά οι κάτοικοι των
συνέλαβαν .Για αντίποινα οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό. Γλίτωσε μόνο ένα σπίτι με
έναν γέροντα (Μαλάκος ),που δεν ήθελε να φύγει .Οι Γερμανοί τελικά τον σκότωσαν και έκαψαν και
αυτό το σπίτι
Η μάνα όταν έμαθε πως έρχονται οι Γερμανοί ,έσκαψε στην κοπριά λάκκο
,τύλιξε τα ρούχα και τα σκεπάσματα που είχαμε και τα έβαλε μέσα. Το διώροφο σπίτι μας κάηκε και ο πατέρας έχτισε
ένα δωμάτιο και μια κουζίνα .Μέχρι να το φτιάξει μέναμε στη γιαγιά μας στο
χωριό Ραχούλα, που δεν κάηκε από τους Γερμανούς.
Ο πατέρας μου ήταν αγροφύλακας στα αμπέλια μετά τον πόλεμο. Επειδή είχε έναν αδερφό τον Ηλία
που ήτανε αριστερός αντάρτης και που κατέφυγε μαζί με άλλους χωριανούς στη Ρωσία
,τον είχε βάλει στο μάτι ένας
Μικρασιάτης πρόσφυγας, κάτοικος
του χωριού που είχε γίνει «Σούρλας» ( Γιάννης Σ.).Αυτός έξω από το σπίτι του είχε ένα
ξύλινο φυλάκιο ,επειδή φοβόταν τους αντάρτες, και φύλαγαν σκοπιά με τη σειρά
όλοι οι άντρες του χωριού. Ένα βράδυ που
ήταν σκοπιά ο πατέρας ο «Σούρλας» μεθυσμένος πήγε να τον φοβερίσει ,τον
ρωτούσε επίμονα πού είναι ο αδερφός του και επειδή εκείνος δεν ήξερε τον χτύπησε με ένα ξύλο στο κεφάλι και σκότωσε τον πατέρα μας.
Μετά το θάνατο του η οργάνωση “ Unra “ έδωσε στην οικογένεια ,όπως και σε άλλες οικογένειες με ορφανά, μία αγελάδα , τυρί κίτρινο σε κονσέρβες,
κουβέρτες αλλά και ρούχα. Η μεγάλη αδελφή μου η Μαριάνθη ,όταν χιόνιζε και τα
πουλιά δεν έβρισκαν τροφή, έβγαζε έξω από το σπίτι σκάφη που στηριζόταν όρθια
σε ένα ξύλο , μέσα στη σκάφη έβαζε σιτάρι, στο ξύλο έδενε ένα σχοινάκι και
,όταν τα πουλιά ερχόντουσαν, τραβούσε το
σκοινί τα έπιανε και τα έτρωγαν.
Μία άλλη φορά, όταν η μητέρα του δούλευε στα
χωράφια , εγώ και οι αδερφές μου είχαμε βάλει τη μικρότερη την Ντίνα σε μία
σκάφη και την τραβούσαμε να την πάμε στη μητέρα μου να τη θηλάσει .Όμως μας
έπεσε στον δρόμο αλλά δεν το καταλάβαμε .Πήγαμε στη μάνα και είδαμε πως δεν είχαμε το μωρό μαζί μας . Ευτυχώς
το είχε βρει ένας γείτονας να κλαίει στην άκρη του δρόμου και τους έφερε το
μωρό.
Η μάνα μας ,για να επιβιώσουμε, δούλευε στα
χωράφια και επίσης είχε βάλει κοτόπουλα και αυγά .Κάθε Τετάρτη μαζί με άλλους συγχωριανούς πήγαινε και τα
πουλούσε στην λαϊκή στη Λάρισα Έβαζε τα προϊόντα στο γαϊδουράκι και πολλές
φορές μαζί της πηγαίναμε κι εμείς.
Το Δημοτικό σχολείο το τελείωσε
μόνο η Ντίνα .
Αργότερα ,όταν μεγαλώσαμε ,μετακομίσαμε
στη Λάρισα .Εγώ δούλευα στα τούβλα από 17 χρονών και το καλοκαίρι στα βαμβάκια .
Παντρευτήκαμε με προξενιό. Μόνο ο άντρας
της Λίτσας, που ήταν από την Αθήνα και υπηρετούσε στρατιώτης στη Λάρισα ,όταν
την είδε την ερωτεύθηκε ,πήγε τη ζήτησε σε γάμο αμέσως και δεν ζήτησε προίκα.
Κουτσοχιώνη Βασιλική.