της ΑΡΑ΄ΠΚΟΥΛΕ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ,ΜΑΚΡΗ ΚΑΙ ΛΙΒΙΣΙ Μ.ΑΣΙΑΣ-ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ

                    

  Στους παππούδες μου  Γιάννη και Βασίλη Αράπκουλε.
  Στις γιαγιάδες μου Μαρία Χατζή,Δέσποινα Καραβίδα και στην Πόντια γιαγιά μου Ελένη.

Η  Ιστορία
Η Μάκρη και το Λιβίσι έχουν κτιστεί στα ερείπια σημαντικών οικισμών της αρχαίας Λυκίας, η μεν Μάκρη στην τοποθεσία της αρχαίας Τελμησσού, το δε Λιβίσι στην θέση της αρχαίας Καρμυλησσού.

Κατά τον Στράβωνα ο κόλπος της Μάκρης λεγόταν κόλπος του Γλαύκου από τον βασιλιά της αρχαίας πόλης Τελμησσού. Οι λαξευμένοι μέσα σε απόκρημνους βράχους όρθιοι τάφοι, χαρακτηριστικό όλης της περιοχής της Λυκίας, απαντώνται και στην περιοχή της Μάκρης με πιο εντυπωσιακό τον τάφο του Αμύντα που δεσπόζει πάνω από τη πόλη και το λιμάνι της. Άλλα απομεινάρια της πλούσιας ιστορίας της είναι οι περίφημα διατηρημένες σαρκοφάγοι, καθώς και τα ερείπια του αρχαίου θεάτρου της Τελμησσού ενώ από την πιο πρόσφατη ιστορία της το κάστρο των Ιωαννιτών ιπποτών της Ρόδου. Οι αρχαιότητες της ΛΥΚΙΑΣ βρίσκονται διάσπαρτες στην περιοχή, στο μουσείο του Fethiye και στο Βρετανικό Μουσείο.                        
  Η Μάκρη και το Λιβίσι, γνωστές σήμερα ως Fethiye και Kayaköy αντίστοιχα, βρίσκονται στα νοτιοδυτικά παράλια της Τουρκίας -απέναντι και ανατολικά της Ρόδου. Η Μάκρη, παραλιακή πόλη με λιμάνι, απέχει μόλις 36 ναυτικά μίλια από τη Ρόδο, 151 χλμ από την Μαρμαρίδα και 295 χλμ από την Αττάλεια. Το Λιβίσι, 8 χλμ. νότια του κόλπου της Μάκρης στο νότιο μέρος μεγάλης κοιλάδας, είναι χτισμένο αμφιθεατρικά πάνω σε βραχώδη υψώματα, στις υπώρειες μιας κορυφογραμμής του Κράγου (σε πλαγιά του Karadağ, πρόβουνου του Baba dağ.) όπως μαρτυρά και το τουρκικό όνομά του Kayaköy που σημαίνει βραχοχώρι. Ένας οικισμός σε μεγάλο βαθμό εγκαταλελειμμένος σήμερα, ένα χωριό φάντασμα (hayalet köy), όπως επίσης είναι γνωστό στους ντόπιους, με τα πέτρινα σπίτια του να στέκουν ακόμη όρθια αποτελεί σύμβολο της Ανταλλαγής.                                                                                 
 Η Λυκία, η οποία κατοικείται από την 3η χιλιετία π.Χ. είναι μία από τις περιοχές της Μικράς Ασίας που ανέπτυξε ιδιότυπο πολιτισμό με κύρια χαρακτηριστικά του την λυκιακή διάλεκτο και την ιδιαίτερη ταφική αρχιτεκτονική. Άλλες γνωστές πόλεις της Λυκίας είναι τα Μύρα-όπου και ο περίφημος ναός του Αγ.Νικολάου-, τα Λίμυρα, τα Πάταρα, τα Οινόανδα, η Τλως, η Ξάνθος. Κατά τον Στράβωνα ο κόλπος της Μάκρης λεγόταν κόλπος του Γλαύκου από τον βασιλιά της αρχαίας πόλης Τελμησσού.  Στις αναφορές σχετικά με την εκκλησιαστική παρουσία της Μάκρης και του Λιβισίου, διαβάζουμε «ο Επίσκοπος «Τελμησσού και Μάκρης» παρευρέθηκε στην Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451)». Η δεύτερη αναφορά μετά την Σύνοδο τη Χαλκηδόνας είναι το 1316 στην επισκοπή «Μάκρης και Λιβισιού», που δείχνει ότι η σχέση Μάκρης και Λιβισιού είναι πολύ παλιά. Το 1731 το Λιβίσι και το Καστελόριζο υπάχθηκαν στην Μητρόπολη Πισιδίας.

 

Η Ζωή

 Ο πληθυσμός του Λιβισιού ξεκινάει από 328 νοικοκυριά το 1835 και αυξάνεται σταδιακά για να φτάσει τα 726 νοικοκυριά το 1886. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που συγκέντρωσε το Ελληνικό Κράτος το 1910 το Λιβίσι έχει 4.450 κατοίκους, από τους οποίους μόνο οι 450 Μουσουλμάνοι και η Μάκρη 4.785 κατοίκους, από τους οποίους 2000 Έλληνες, 1500 Οθωμανούς, 1285 περίπου Εβραίους.                                                                                           

Όπως δείχνουν όλες οι μαρτυρίες η Μάκρη είναι ένας πολύ νεότερος οικισμός, μια αποικία του Λιβισιού, ο οποίος ξεκινά ως ένας εμπορείο με ένα μικρό αριθμό αποθηκών και εξελίσσεται σε οικισμό. Ο οικισμός αναπτύχθηκε απότομα μετά το 1840 με την άφιξη πληθυσμού από τα Δωδεκάνησα που ακολούθησε την ανάπτυξη του λιμανιού.                                                           

Η ανάπτυξη προσελκύει και πολλούς ξένους, όπως μαρτυρά και ο διορισμός προξενικών πρακτόρων στην περιοχή, που ανακαλύπτουν τα σημαντικά προϊόντά της και κυρίως την δυνατότητα μεταφοράς τους χάρη στο ασφαλές λιμάνι της Μάκρης. Το 1851 ένας καταστρεπτικός σεισμός επηρέασε την πόλη. Το 1878 η ανακάλυψη και η εκμετάλλευση ορυχείων χρωμίου από τον Χατζή Νικόλαο Λουϊζίδη σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας οικονομικής άνθισης. Η μοντέρνα, ευρωπαϊκή Μάκρη χτίζεται μετά το 1886, όταν μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς την πόλη με αποτέλεσμα να ξαναχτισθεί ρυμοτομημένη. Τότε σκεπάστηκαν τα έλη, φτιάχτηκε η προκυμαία και πολλοί Λιβισιανοί εγκαταστάθηκαν στη Μάκρη, όπου ο πληθυσμός ήταν κυρίως Λιβισιανοί και Ροδίτες. Την ανοικοδόμηση της πόλης ακολούθησε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη. Μετά το 1897 ωστόσο αυξήθηκε και ο μουσουλμανικός πληθυσμός κυρίως με την άφιξη Τουρκοκρητών. Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι η πολιτιστική άνθηση της Μάκρης και του Λιβισίου συγκρίνονταν μόνο με τη Σμύρνη.                                                                                                                             

Οι μαρτυρίες Μακρολιβισιανών για τις σχέσεις των Ελληνορθοδόξων με το οθωμανικό κράτος και τους μουσουλμάνους τις δύο δεκαετίες που προηγήθηκαν της αναγκαστικής ανταλλαγής των πληθυσμών επιβεβαιώνουν το μοτίβο το οποίο συναντάμε και στις μαρτυρίες προσφύγων από άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας, αναφέρονται δηλαδή σε μια σχετικά αρμονική συμβίωση μέχρι το 1908, στις νέες ελπίδες που γέννησε η Νεοτουρκική επανάσταση καθώς και στην σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων μετά το 1908, που μετά το τραύμα των βαλκανικών πολέμων και σε όλα τα χρόνια του α΄ παγκοσμίου πολέμου παίρνει πια την μορφή οργανωμένων διωγμών. Ο πρώτος διωγμός του 1914 έπληξε και τις δυο περιοχές και έκανε συγγραφέα και της εποχής να γράψει: «Η απογύμνωσις των Μικρασιατικών παραλίων από το Ελληνικόν στοιχείον δεν θα ήτο πλήρης, εφ’ όσον έμενον όρθιαι αι κοινότητες Μάκρης (απέναντι της Ρόδου) και του παρακειμένου Λειβησίου.»                           

Τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η Μάκρη, όπως και ολόκληρη η περιοχή του Αιγαίου, υφίσταται τις συνέπειες τόσο των εχθροπραξιών όσο και της εσωτερικής πολιτικής του Οθωμανικού κράτους. Η έλλειψη εμπιστοσύνης των οθωμανικών αρχών στους μη Μουσουλμάνους υπηκόους τους και οι συχνές  κατηγορίες για κατασκοπεία, ήταν από τα επιχειρήματα με τα οποία δικαιολογούν ακόμη και τα ακραία μέτρα που «επέβαλαν» οι έκτακτες συνθήκες του πολέμου.                                                                                           

Αμέσως μετά τον Πόλεμο όπως πολλές κοινότητες έτσι και η Δημογεροντία Μάκρης απευθύνει ψηφίσματα στις νικήτριες δυνάμεις, δηλώνοντας την βούλησή της να μην δεχθεί παρά μόνο την ένωση με την Ελλάδα. Παρότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι στο στρατόπεδο των ηττημένων και ο χριστιανικός πληθυσμός αναμένει την τιμωρία της κυβέρνησης των χρόνων του πολέμου για τους διωγμούς, και μετά τον πόλεμο η κατάσταση εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τους χριστιανικούς πληθυσμούς καθώς οι ανταγωνισμοί μεταξύ των Συμμάχων και συγκεκριμένα ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελλάδα περιπλέκουν την κατάσταση.

 

 

Η Εκπαίδευση

 Όπως και στην υπόλοιπη Μικρά Ασία, έως και τα μέσα του 19ου αιώνα η μοναδική εκπαιδευτική προσπάθεια ήταν η διδασκαλία από ιερείς. Στο Λιβίσι τα παιδιά συγκεντρώνονταν στον νάρθηκα της εκκλησίας της Αγίας Άννας. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης στο Λιβίσι έπαιξε ο Μιχαήλ Μουσαίος, ο οποίος έμεινε στη μνήμη των Λιβισιάνων έως και μετά την Καταστροφή με το χαρακτηριστικό όνομα "ο δάσκαλος". Προσπάθησε, εκτός των άλλων, να βελτιώσει τη γλώσσα των κατοίκων της περιοχής γράφοντας το "Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της Λειβησιανής διαλέκτου", πολύτιμη και σπάνια πηγή για τη Λυκία του 19ου αιώνα. Με ενέργειες του Μουσαίου ιδρύθηκε το πρώτο σχολείο το 1864 στη θέση Κουνουσάτα.                                 

 Το 1878 συγχωνεύτηκαν τα οικονομικά τριών ναών (Παναγίας Πυργιώτισσας, Αγίας Άννας και Ταξιαρχών) με σκοπό την καλύτερη διαχείριση των χρημάτων για την εκπαίδευση και ιδρύθηκε η Εφορεία των σχολείων και εκκλησιών. Από τους δασκάλους που δίδαξαν στα σχολεία του Λιβισίου γνωρίζουμε τους Παυλίνο Ιωαννίδη, Α. Σπανό, Σταματιάδη, Βασίλειο Σαράφη και Κυριάκο Τσακίρη. Έως και το 1850 οι μαθητές που φοιτούσαν στα (υποτυπώδη) σχολεία του Λιβισίου έφταναν τους 20-25. Έως το 1868 είχαν αυξηθεί σε 200 μαθητές του αλληλοδιδακτικού και σε 53 του ελληνικού. Το 1896 οι μαθητές και των δύο σχολείων ήταν 400.                                              

Στη δεκαετία του 1910 στο Αρρεναγωγείο οι μαθητές ήταν 420-440, οι δάσκαλοι 5 και η ετήσια δαπάνη 280 τουρκικές λίρες. Αντίστοιχα στο Παρθεναγωγείο οι μαθήτριες ήταν 240-250, οι δασκάλες 3 και η ετήσια δαπάνη 130 τουρκικές λίρες. Άλλη μαρτυρία των αρχών του 20ού αιώνα (περιοδικό Ξενοφάνης) δίνει για το Αρρεναγωγείο τον αριθμό των 398 μαθητών σε 6 τάξεις, 5 δασκάλους και ετήσια δαπάνη 270 τουρκικές λίρες. Οι δάσκαλοι του χωριού είχαν οργανωθεί στον Διδασκαλικό Σύλλογο Λιβίσίου, όπως μαρτυρούν έγγραφα/κώδικες του 1907.                                                                     

Τα έξοδα της εκπαίδευσης καλύπτονταν με πολλούς και ποικίλους τρόπους: με δωρεές, με δίδακτρα, με φορολογία της προίκας με 2%, με αφιερώματα από τις εκκλησίες, από ενοικίαση κοινοτικών κτημάτων και κτισμάτων, από πρόστιμα για όσους παραβίαζαν τις κοινοτικές αποφάσεις. Σημαντική ήταν η προσφορά του Χατζή Νικόλαου Λουιζίδη, ο οποίος απέκτησε σημαντική περιουσία από τα ορυχεία χρωμίου. Βοήθησε στην κατασκευή Αστικής Σχολής στη Μάκρη, επισκεύασε το παλιό σχολείο και ίδρυσε το 1886 σχολείο στο λόφο του Αγίου Γεωργίου. Επίσης χορήγησε υποτροφίες σε δασκάλους και δασκάλες για σπουδές στην Αθήνα. Ανάλογη ήταν η γενναιοδωρία του και προς την Τουρκική και Εβραϊκή κοινότητα της Μάκρης. Αξιόλογη επίσης ήταν η προσφορά του Βασίλειου Βασιλειάδη με την αγορά οικίας, τη μετασκευή της σε Παρθεναγωγείο και τη χορήγηση 300 φράγκων για μισθούς δασκάλων. Η τελευταία χρονολογικά πληροφορία που έχουμε προέρχεται από τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού.                                                    

Στο χάρτη που συνοδεύει την «Επίτομη Ιστορία της Μικρασιατικής εκστρατείας» της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού αναφέρεται ότι το Φεβρουάριο του 1919 συνολικά στον καζά Μάκρης υπήρχαν 1053 μαθητές και 6 εκκλησίες.

 

 Οι εκκλησίες

Ο πλούτος των Λιβισιανών αλλά και το αυξημένο θρησκευτικό αίσθημα τους οδήγησε στο χτίσιμο συνολικά είκοσι μίας εκκλησιών και παρεκκλησίων μέσα στο χωριό και στη γύρω περιοχή.                                                               

Από αυτές οι εννιά βρίσκονταν εντός του οικισμού: Παναγία η Πυργιώτισσα, Ταξιάρχης, Αγία Άννα, ο ερειπωμένος ναός του Αγίου Γεωργίου, δεύτερος ναός του Αγίου Γεωργίου, ο Άγιος Ιωάννης, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Θαραννός και ο Άγιος Γεώργιος. Επίσης η ανώνυμη εκκλησία ανατολικά από την Παναγία Πυργιώτισσα με κτητορική επιγραφή και σωζόμενες τοιχογραφίες.                                                                                                         

  Καλύτερα διατηρημένες και πολύ ικανοποιητικά δημοσιευμένες είναι οι δύο μεγαλύτερες, η Παναγία Πυργιώτισσα και ο Ταξιάρχης. Οι δύο αυτοί ναοί ανήκουν στον τύπο των σταυροθολιακών ναών των Δωδεκανήσων. Πιθανώς χτίστηκαν από Δωδεκανήσιους περιοδεύοντες μαστόρους. Η Παναγία Πυργιώτισσα είναι η παλαιότερη των δύο, χτίστηκε το 1840 και επιβίωσε από τον καταστροφικό σεισμό του 1851. Η χρονολογία κατασκευής της εκκλησίας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ - Ταξιάρχη δεν είναι γνωστή. Είναι όμως παλαιότερη του βοτσαλωτού (στην πλατεία του Στούμπου) με χρονολογία 1910.                          Η εκκλησία της Αγίας Άννας θεωρείται η παλαιότερη του χωριού και ονομαζόταν Παλιά Παναγιά, ενώ γύρω από αυτήν βρίσκονταν τα παλαιότερα σπίτια του χωριού. Η Μονή Ευκόλων -στα δυτικά του χωριού- πήρε το όνομα της κατ΄ ευφημισμόν, επειδή η περιοχή όπου βρισκόταν ήταν δύσβατη και απόκρημνη. Υπάρχει όπως και η άποψη ότι ονομάστηκε έτσι επειδή οι γυναίκες που γεννούσαν επικαλούνταν τον προστάτη της μονής Άγιο Ελευθέριο για να ευκολύνει τη γέννα. Στη μονή ανήκαν και δύο σπήλαια, το "Καταφυγίν" προς τιμή του Αγίου Νικολάου και της Παναγίας.

 

 Οι Εκτοπισμοί , Η Καταστροφή

Οι διώξεις των κατοίκων του Λιβισίου, αλλά και της γειτονικής Μάκρης, εντάσσονται στο ευρύτερο σχέδιο των Νεοτούρκων να εκκενώσουν τα πλούσια παράλια από τους Έλληνες κατοίκους τους. Οι διωγμοί στην περιοχή άρχισαν το 1914 με τον εγκλεισμό των κατοίκων στη Μάκρη. Το 1916 πολλές οικογένειες οδηγήθηκαν στο Ντενιζλί, μετά από πορεία έξι ημερών.  Το 1919 εξορίστηκαν οι άντρες ηλικίας 13-70 χρόνων και το 1921 οι εναπομείναντες 480 στο Ικόνιο, την Καισάρεια και τελικά, μετά από πεζοπορία 55 ημερών, στο Χαμητιέ της Συρίας, όπου παρέμειναν έως τον Νοέμβριο του 1922. Αφού το χωριό εγκαταλείφθηκε από τον ελληνικό πληθυσμό του δεν ξανακατοικήθηκε ποτέ.. Η οικογένεια των παππούδων μου εκτοπίστηκε στο Δενιζλί της Μ. Ασίας, όπου και εκεί τη βρήκε η Μικρασιατική καταστροφή. Επιστρέφοντας στη Μάκρη, βρήκαν άδεια την πόλη και όλοι να προσπαθούν να διαφύγουν με τα καράβια.  Το Λιβίσι με καταγεγραμμένα 800 σπίτια, δεν κατοικήθηκε από τότε. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση οι Τούρκοι αρνήθηκαν να εγκατασταθούν στο Λιβίσι, γιατί είχε στοιχειωθεί από τα πνεύματα των Ελλήνων που σφαγιάστηκαν. Μέχρι και σήμερα παραμένει ερειπωμένο και είναι υπό την προστασία της UNESCO.

 

Ο προπάππος μου Νικόλαος Αράπκουλες στα εφιαλτικά Αμελέ-Ταμπουρού




Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους οργανώθηκαν στην Τουρκία τα τάγματα εργασίας,  -γνωστά ως Αμελέ Ταμπουρού-, όπου στέλνονταν αναγκαστικά άνδρες που δεν ήταν μουσουλμάνοι για να εκτελέσουν βαριές εργασίες.   Ήταν η εποχή που επανήλθε η πολιτική των Νεότουρκων με το τρίπτυχο εκσυγχρονισμός, ισλαμισμός, τουρκισμός. Τα τάγματα εργασίας στην πραγματικότητα ήταν μια εφιαλτική  μέθοδος εθνοκάθαρσης, καθώς οι περισσότεροι δεν κατάφερναν να επιβιώσουν.  Τα «αμελέ ταμπουρού» ονομάστηκαν τόποι βασανισμού και εξόντωσης, αφού οι συνθήκες εργασίας ήταν απάνθρωπες  ενώ το φαγητό και το νερό ήταν πάντα λιγότερο από το κανονικό.    Ο προπάππος μου Νικόλαος Αράπκουλες δεν ήρθε ποτέ στην Ελλάδα, ούτε η οικογένειά του έμαθε ποτέ για την τύχη του. Εξοντώθηκε στα «αμελέ ταμπουρού» μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες                                                           

Η Προσφυγιά

 Το 1922 χάθηκε ένας ολόκληρος κόσμος, άνθρωποι, τόποι, τρόποι βίου, περιουσίες και τη θέση του πήρε το στίγμα της προσφυγιάς, η εχθρότητα των ντόπιων, τα δύσκολα χρόνια για να ορθοποδήσουν οι οικογένειες των προσφύγων.




 

Όπως και στις περισσότερες περιοχές η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων ήταν γυναίκες και παιδιά. Η «έξοδος» από τη Μάκρη και το Λιβίσι έγινε με πλοία και οι πρώτοι μεταβατικοί σταθμοί ήταν η Ρόδος, όπου μεγάλος αριθμός εγκαταστάθηκε και ζει έως και σήμερα, το Καστελόριζο, η Τζιά, και η Τήνος. Πολλοί Μακρολιβισιανοί πέρασαν τα πρώτα χρόνια στον Πειραιά, στην Δραπετσώνα και στα Καλοκαιρινά μέχρι να εγκατασταθούν στη σημερινή Νέα Μάκρη και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.                                                                    Η ιστορία των πρώτων χρόνων της εγκατάστασης των προσφύγων, κυρίως στους οικισμούς αγροτικής εγκατάστασης, επαναλαμβάνεται λίγο πολύ. Οι συνθήκες είναι παρόμοιες. Οι πρόσφυγες είχαν να αντιμετωπίσουν τεράστιες πρακτικές δυσκολίες αλλά και συχνά ήρθαν αντιμέτωποι με την καχυποψία και την ανοιχτή εχθρότητα των πληθυσμών στις περιοχές που εγκαταστάθηκαν.                                                                                                                

Η εντυπωσιακή ανάπτυξη όλων των προσφυγικών οικισμών τα χρόνια που ακολούθησαν επιβεβαιώνει την γενική διαπίστωση των ιστορικών ότι η ένταξη των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία επέφερε εθνολογική ομοιογένεια στην χώρα, ενδυνάμωση της οικονομίας της, ανάπτυξη της αστικοποίησης και εμπλούτισε την πολιτισμική ζωή της Ελλάδας.                  Παρά την τραγικότητα της Ανταλλαγής και το τέλος της μακραίωνης παρουσίας του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία, οι αστείρευτες παραδόσεις της μπόλιασαν και πλούτισαν τον σύγχρονο νεοελληνικό πολιτισμό σε  βαθμό που να μην μπορούμε να φανταστούμε σήμερα πώς θα ήταν η Ελλάδα χωρίς τους Μικρασιάτες.  Οι ενάμιση εκατομμύριο Μικρασιάτες που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, τότε ο πληθυσμός της δεν ξεπερνούσε τα 5 εκατομμύρια, κατάφεραν να μετατρέψουν την τραγωδία τους σε πετυχημένη ιστορία ένταξης.

                                                                                                                    

Τί θέλετε εδώ Τουρκόσποροι;

 Οι πρόσφυγες ήρθαν σε μια χώρα, μικρή και  φτωχή. Οι συνθήκες ζωής τον πρώτο καιρό ήταν τραγικές. Η Αθήνα , η Θεσσαλονίκη και οι άλλες πόλεις περιτριγυρίζονταν από ατέλειωτα στρατόπεδα με σκηνές και ένα άθλιο δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης. Και το ψωμί λιγοστό που μοιράζονταν σε συσσίτια. Και από πάνω οι αρρώστιες ο τύφος και η ευλογιά που θέριζαν τους δυστυχισμένους πρόσφυγες. Για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος επιδημιών, αμερικανικές φιλανθρωπικές οργανώσεις δημιούργησαν υγειονομικό σταθμό ( καραντίνα) στη Μακρόνησο, όπου γινόταν έλεγχος σε όσους επέβαιναν στα πλοία που μετέφεραν τους πρόσφυγες. Άλλες οργανώσεις μοίραζαν φάρμακα και παρείχαν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους πρόσφυγες.                              

Σήμερα 100 χρόνια μετά οφείλουμε να σημειώσουμε τη στάση του επίσημου ελληνικού κράτος, το οποίο ευθυνόταν εξ ολοκλήρου για το δράμα αυτών των ανθρώπων. Να θυμίσουμε ότι ο πρώτος τόπος «φιλοξενίας» των προσφύγων από την Μικρασία, ήταν η Μακρόνησος! Εκεί, όπου είχε στηθεί υγειονομικός σταθμός (καραντίνα), όπου εξετάζονταν για μολυσματικές ασθένειες όσοι έρχονταν με τα καράβια από τα μικρασιατικά παράλια.           Αξίζει όμως να σταθούμε και στο πως αντιμετωπίστηκαν αυτοί οι πρόσφυγες, στην ίδια τους την πατρίδα, από τον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο της εποχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο εκδότης της «Καθημερινής», Γεώργιος Βλάχος, αυτός που στις 14 Αυγούστου 1922 μία μέρα μετά την έναρξη της επίθεσης του Κεμάλ Ατατούρκ, που σήμανε την αρχή του τέλους του μικρασιατικού ελληνισμού, έγραψε το πασίγνωστο άρθρο με τίτλο «Οίκαδε», με το οποίο καλούσε την ελληνική κυβέρνηση και το στρατό να εγκαταλείψουν στην τύχη τους τους Έλληνες της Ιωνίας και του Πόντου. Ο Βλάχος λοιπόν ακόμη και το 1928 όταν έγραφε, ή μιλούσε για τους πρόσφυγες, χρησιμοποιούσε δύο λέξεις : «Αγέλη προσφύγων». Ακόμη, ο Νίκος Κρανιωτάκης, ο φιλομοναρχικός εκδότης της εφημερίδας «Πρωινός Τύπος», το 1933 ζητούσε επιτακτικά να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες!

 

 

 Η Νέα Πατρίδα

 Η τραγωδία στη Μικρασία έφερε την Ελλάδα αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη πρόκληση στη νεότερη ιστορία της. Δεν ήταν μόνο το όνειδος της καταστροφής ούτε και η απαγκίστρωση από τις προαιώνιες ελληνικές εστίες. Ανέκυπτε κυρίως το ζήτημα της άμεσης περίθαλψης και της παραγωγικής εγκατάστασης ενάμισι εκατομμυρίου περίπου προσφύγων, πολλοί από τους οποίους είχαν χάσει όλα τους τα υπάρχοντα.




Το 1924 πρωθυπουργός της χώρας εκλέγεται ο Δημοκράτης-Σοσιαλιστής Αλέξανδρος Παπαναστασίου με βασικά σημεία της πολιτικής του πορείας οι αγώνες του για τους ακτήμονες αγρότες, για την κοινωνική ασφάλιση των εργατών και την αποκατάσταση των προσφύγων.  Ιδρύεται τότε η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (Ε.Α.Π.) με ουσιαστικό ζήτημα της άμεσης περίθαλψης και της παραγωγικής εγκατάστασης ενάμισι εκατομμυρίου περίπου προσφύγων, πολλοί από τους οποίους είχαν χάσει όλα τους τα υπάρχοντα. Το έργο της ΕΑΠ ήταν εξαρχής εξαιρετικά δύσκολο. Αφενός έπρεπε να βρεθούν τα κατάλληλα μέρη, ώστε να εγκατασταθούν οι αγρότες πρόσφυγες και να τους δοθεί επίσης κλήρος καθώς και ο κατάλληλος εξοπλισμός για να καλλιεργήσουν τη γη.         Στην ευρύτερη περιοχή της Λάρισας εγκαταστάθηκαν 30 οικογένειες προσφύγων από τη Μάκρη και το Λιβίσι, στη Λάρισα, στη Γιάννουλη και στο Ομορφοχώρι. 

                                                                                                                            

Στο Νομό Λάρισας πρόεδρος της Ε.Α.Π. ήταν ο αείμνηστος Πλάτων Στωικίδης, Μικρασιάτης και ο ίδιος, προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις να συμπαρασταθεί, και να μπει μπροστά στον αγώνα επιβίωσης των προσφύγων του Ν. Λάρισας και μάλιστα με κίνδυνο και της ίδιας του της ζωής, όταν ένθερμα διεκδίκησε και πέτυχε να γίνει η εγκατάσταση των Μικρασιατών και Θρακιωτών της Γιάννουλης στο σημείο που είναι σήμερα, με σκοπό την βοήθεια των προσφύγων και την ανάπτυξη της περιοχής. Τιμητικά για την προσφορά του, του αποδόθηκε από τον τότε Δήμο Γιάννουλης ένας δρόμος.      

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη θα ήταν οι νέοι κάτοικοι της Γιάννουλης, οι οποίοι άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή από το 1922 και η προσέλευση τους ολοκληρώθηκε το 1930 - 1931. ‘‘Γέννησαν'' ένα νέο τόπο οι ξεριζωμένοι από τις πατρογονικές τους εστίες. Το 1929 πραγματοποιήθηκε η αποκατάσταση των προσφυγικών οικογενειών στον οικισμό της κοινότητάς μας. Με την αποκατάσταση παραχωρήθηκαν στους δικαιούχους πρόσφυγες  ένας γεωργικός κλήρος, ένα οικόπεδο και ένας λαχανόκηπος που λεγόταν ‘‘αυλαγάς''.  Ο πληθυσμός τότε της Γιάννουλης ανέρχονταν στους 640 περίπου κατοίκους.                                                                                                                       Αλλά ώσπου να πουν οι πρόσφυγες «Δόξα τω Θεώ» ξεκίνησε ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος, η Κατοχή, ο εμφύλιος, οι πολιτικές διώξεις και οι εξορίες, δύσκολα χρόνια τους περίμεναν πάλι. 

                                                 

  Η ζωή όμως ευτυχώς τους τράβηξε πάλι απ’ το μανίκι και τους κάλεσε σε δράση και αγώνα. Δούλεψαν σκληρά,   και σπέρναν και δυο φορές τα χωράφια τους και ασχολήθηκαν και με άλλα επαγγέλματα και παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά κι εγγόνια και έζησαν, αλλά το «γιατί» δεν έσβησε ποτέ από τα χείλη τους. Όταν βρίσκονταν μεταξύ τους έλεγαν για τη χαμένη τους πατρίδα, για τα έθιμα τους , πολλά από τα οποία φέρανε στη νέα τους πατρίδα.                             

Οι παππούδες σπάνια μας μιλούσαν για την πατρίδα τους, σκόρπιες κουβέντες και τραγούδια μαζεύαμε. Ήταν ένα τραύμα γι’ αυτούς ο βίαιος αποχωρισμός και η ταπείνωση και το στίγμα της προσφυγιάς. Θυμάμαι χαρακτηριστικά όταν ήμουν περίπου 10 ετών, στη διάρκεια της δικτατορίας, να τους ακούω να μιλάνε για την πατρίδα τους, «θυμάσαι τότε στην πατρίδα», και ρωτώντας τους ποια είναι η πατρίδα μας, μου απάντησαν « η δική σου η πατρίδα είναι εδώ, η δική μας είναι απέναντι», εννοώντας τη Μικρά Ασία.                         Γιατί πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια, οι τάφοι των προγόνων μας, τα παραμύθια μας, οι χοροί και τα τραγούδια, ο πολιτισμός μας.

 

Οι πηγές μου:

·       ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, ΤΟΜΟΣ ΙΕ’

·       ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ www.Lykia.gr

·    ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ www.imerodromos.gr                                        

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΤΟΥ 1922 «Τι θέλετε εδώ  

    τουρκόσποροι;» από  ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ

 

 

 

                                                                                        Γιάννουλη, 7/8/2022

 

Ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία

Με εκτίμηση

Δέσποινα Αράπκουλε

Περιφερειακή Σύμβουλος Θεσσαλίας

πρώην Δήμαρχος Γιάννουλης




Πλάτων Στωικίδης (1877-1970) Πρωτοψάλτης. Φωτογραφία του 1950.

Πρωτοψάλτης του Ναού του Αγ. Αχιλλίου

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα η Λάρισα έχει αναδείξει μεγάλες προσωπικότητες της ιεροψαλτικής. Υπερέχει, όμως, όλων ο Πλάτων Στωικίδης. Ήταν αυτός ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην άνθηση, διάδοση και διαμόρφωση της εκκλησιαστικής μουσικής και του ύφους της απαγγελίας της (1).

Ο Πλάτων Στωικίδης γεννήθηκε το 1877 στο Καραδερί Αττάλειας της Μ. Ασίας. Σε μικρή ηλικία η οικογένεια καταδιωκόμενη από τους Οθωμανούς κατέφυγε αρχικά στην Κύπρο και στη συνέχεια στα Ιεροσόλυμα. Εδώ διδάχθηκε μαζί με τα πρώτα γράμματα και τη βυζαντινή μουσική στην Πατριαρχική Σχολή της Σιών. Άσκησε το λειτούργημά του αρχικά σε αναλόγια της Βηθλεέμ και στη συνέχεια σε Αίγυπτο, Κύπρο, Τήνο, Πρέβεζα, Αγρίνιο, Άμφισσα, Λαμία και τελικά στη Λάρισα, όπου και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του.

Στην πόλη μας έφθασε το 1915 (2) και διορίστηκε πρωτοψάλτης στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου. Τον επόμενο χρόνο (1916) νυμφεύθηκε τη Βιργινία Μάντζιου, Λαρισαία κόρη, με την οποία απέκτησαν πέντε τέκνα, την Αγγελική, τον Παναγιώτη, τον Γεώργιο, τον Νικόλαο και την Ειρήνη. Το 1924, με εισήγηση του Μητροπολίτη Λαρίσης Αρσενίου, διορίστηκε Πρωτοψάλτης στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγ. Αχιλλίου, όπου παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Κατά το χρονικό διάστημα 1930-1940 παρέδιδε ιδιωτικά μαθήματα βυζαντινής μουσικής σε μεμονωμένους μαθητές στο σπίτι του ή και σε ολιγομελείς ομάδες στον Μητροπολιτικό Ναό. Το διάστημα αυτό διετέλεσε και καθηγητής της Ιερατικής Σχολής της Μητροπόλεως Λαρίσης.

Έπειτα από την καταστροφή που υπέστη ο ναός του Αγ. Αχιλλίου από τον μεγάλο σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 και τους ιταλογερμανικούς βομβαρδισμούς, ο πολιούχος της Λάρισας οδήγησε τους ενορίτες και το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, εν αγνοία τους, να στήσουν μια πρόχειρη ξύλινη παράγκα για να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, στο σημείο ακριβώς όπου είχε οικοδομηθεί ο πρώτος βυζαντινός ναός του Αγίου Αχιλλίου του 6ου μ.Χ. αι. Μικρό παιδί καθώς ήμουν τότε, θυμάμαι ότι η παράγκα μετά το 1945 αναμορφώθηκε και πήρε μορφή πρόχειρης τρίκλιτης βασιλικής. Στο δεξιό αναλόγιο του ναού αυτού συνέχιζε να δεσπόζει η καλλικέλαδη παρουσία του πρωτοψάλτη Πλάτωνα Στωικίδη.

Με πρότασή του στον Μητροπολίτη Δωρόθεο το 1948 ίδρυσε την πρώτη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής. Τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου υπήρξαν από τους πρώτους μαθητές του και ο γράφων, 10ετής ων, βρέθηκα για ένα μικρό διάστημα στο αναλόγιό του κατά τις κυριακάτικες λειτουργίες. Θυμάμαι ότι τα μαθήματα τα Σχολής γίνονταν τις απογευματινές ώρες μέσα στην εκκλησία, η φοίτηση ήταν διετής και στο τέλος τα αδέλφια μου πήραν και το σχετικό δίπλωμα, μια επίσημα χαρτοσημασμένη βεβαίωση, υπογεγραμμένη από τον Μητροπολίτη Δωρόθεο και τον δάσκαλο-πρωτοψάλτη Πλάτωνα Στωικίδη. Ανάμεσα στους άλλους, λίγους θα έλεγα, μαθητές της Σχολής συγκράτησα τον Γεώργιο Δουβαλόπουλο (επιφανή δικηγόρο αργότερα, πρόεδρο επί σειρά ετών του Δικηγορικού Συλλόγου και υποψήφιο δήμαρχο της πόλης), ο οποίος στη συνέχεια ανέλαβε το αριστερό αναλόγιο (λαμπαδάριος) του ναού του Αγ. Νικολάου, του οποίου υπήρξε και ενορίτης.

Πέραν όλων αυτών, όμως, ο Πλάτων Στωικίδης έχει επιπλέον να επιδείξει και σημαντικό ανέκδοτο μελουργικό έργο και έχει καταγράψει πολλά δημώδη άσματα, γραμμένα με τη σημειογραφία της βυζαντινής μουσικής (παρασημαντική). Το γεγονός αυτό στάθηκε ικανό ώστε να του απονείμει ο πιστός λαός τον τίτλο του «Νέστορος της Βυζαντινής Μουσικής».

Ήταν ένας άνθρωπος ευρείας αντιλήψεως και μορφώσεως. Συγγραφέας, με πολλές θεολογικές γνώσεις, λογοτέχνης και δόκιμος ποιητής. Έχω στη βιβλιοθήκη μου το βιβλίο του «Εγκόλπιον Χριστιανού», έκδοση του 1932 από τον εκδοτικό οίκο του Σωτηρίου Σχοινά στον Βόλο. Στο μικρών διαστάσεων αυτό βιβλίο, 128 σελίδων, ο συγγραφέας ερμηνεύει και εξηγεί με απλό και κατανοητό τρόπο όλα όσα τελούνται από τους κληρικούς στις διάφορες λατρευτικές τελετές του ετήσιου κύκλου εορτών της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας. Προηγείται θερμή αφιέρωση του πονήματός του στον Μητροπολίτη Λαρίσης και Πλαταμώνος, χωρίς να τον κατονομάζει. Πρόκειται βεβαίως για τον Αρσένιο, προκάτοχο του Δωροθέου, του μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Στον πρόλογο που ακολουθεί, εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν να προβεί στην έκδοση του βιβλίου αυτού και καυτηριάζει την αμάθεια των εκκλησιαζόμενων για τα τελούμενα εντός του ναού.

Ο γιος του Νικόλαος Στωικίδης (3) μου έχει αναφέρει ότι επιπλέον έγραψε σενάρια, θεατρικά έργα, διηγήματα μέχρι και ευθυμογραφήματα, πολλά από τα οποία δημοσιεύθηκαν στον τοπικό Τύπο, αλλά και σε εφημερίδες και περιοδικά σε άλλες πόλεις. Επίσης, έγραψε και 78 ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου, τα οποία δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά «Ηχώ του Βυζαντίου» της Θεσσαλονίκης και «Αγιορείτικη Βιβλιοθήκη» του Βόλου.

Πρέπει ακόμα να αναφέρουμε ότι ως Μικρασιάτης πρόσφυγας διετέλεσε πρόεδρος των προσφύγων της περιοχής και συνέβαλε στη δημιουργία του οικισμού της Γιάννουλης για την εγκατάσταση των προσφύγων. Εν συνεχεία διετέλεσε πρώτος πρόεδρος του νεοσύστατου οικισμού κατά το διάστημα 1925-1928. Ο Δήμος Γιάννουλης για να τον τιμήσει έδωσε το όνομά του σε έναν από τους δρόμους του.

Ο Πλάτων Στωικίδης απεβίωσε το 1970 σε ηλικία 93 ετών.

 

———————————————————

[1]. Σαΐτης Κων.: Πλάτων Στωικίδης-Βησσαρίων Ναούμ, ο δάσκαλος και ο μαθητής. Δύο ιεροψαλτικές μορφές της Λάρισας στις αρχές του 20ού αι. «Θεσσαλικά Μελετήματα», τόμ. 5ος (2015), σελ. 221-232.

[2]. Στωικίδης Νικόλαος: Η Σχολή Βυζαντινής Μουσικής της Λάρισας, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 24ης Σεπτεμβρίου 2011.

[3]. Ο Νικόλαος Στωικίδης ήταν πολύ γνωστός στην κοινωνία της Λάρισας. Το 1959 ίδρυσε στη Γιάννουλη το Αστεροσκοπείο, έναν επίγειο σταθμό επιτήρησης και παρατήρησης των τεχνητών δορυφόρων και αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην αστρονομία και την παρατήρηση. Στην υλοποίηση του έργου του συνέβαλαν πολλοί επιφανείς Λαρισαίοι και διάφοροι φορείς της πόλης μας. Το 1988 παραχωρήθηκε στον Δήμο Λαρισαίων. Απεβίωσε στην Αθήνα πλήρης ημερών το 2020.