της μαθήτριας ΣΑΠΟΥΝΤΖΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ- ΜΑΡΙΑΣ

                  

 

 Ρέχα Κατερίνα , Φιλόλογος, «Η υδροκίνηση στα χωριά της Ποταμιάς Ελασσόνας -Το Αμούρι Ελασσόνας».

Σαπουντζής Αλεξάνδρου Ανδρέας, Ιδιοκτήτης του μύλου «Φάμπρικα» στο Αμούρι Ελασσόνας.

 «Η ιστορία της οικογένειας Σαπουντζή – Το χρονικό  μιας οικογένειας μυλωνάδων πέντε γενεών».

Σαπουντζή Δέσποινα- -Μαρία, μαθήτρια της Γ Γυμνασίου Γιάννουλης.  

«Σαπουντζής Γεώργιος, Ο  μυλωνάς παππούς μου. Η καθημερινότητα της  οικογένειας Σαπουντζή στο Αμούρι Ελασσόνας» .

 

 

Ι. Η υδροκίνηση στα χωριά της Ποταμιάς Ελασσόνας-Το Αμούρι Ελασσόνας, Ρέχα Κατερίνα.

 1.Η επαρχία Ελασσόνας βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νομού Λάρισας και περιβάλλεται από τα βουνά Όλυμπος, Χάσια, Καμβούνια. Την επαρχία  διαρρέει ο Τιταρήσιος ποταμός, ο οποίος αναφέρεται και στην Ιλιάδα «Γουνεύς δ΄ εκ Κύφου ήγε δύω και είκοσι νήας…οι τε αμφ` ιμερτόν (αγαπητό,όμορφο)Τιταρησσόν έργα νέμοντο ος ρ` ες Πηνειόν προοίει καλλίρροον ύδωρ» . Κατάλογος Νηών ,ραψ.Β, στίχοι 748-752 .   

Στα νότια της πόλης της Ελασσόνας στην  Ποταμιά,  την πιο εύφορη κοιλάδα   της επαρχίας , κατά την  αρχαιότητα   αναπτύχθηκαν οι σημαντικές πόλεις  Ερεικίνιον, Μάλλοια, Μύλαι,  Χυρετίαι.

Σήμερα τα χωριά που αναπτύσσονται εκατέρωθεν της κοίτης του μέσου ρού του Τιταρήσιου  αποτελούν  τη Δημοτική κοινότητα της Ποταμιάς και είναι τα εξής : Παλαιόκαστρο, Καλύβια Ανάληψης, Συκιά, Μαγούλα, Πραιτώρι, Δομένικο, Αμούρι ,Μεσοχώρι(τουρκ.Μυλόγουστα), Βλαχογιάννι, Μεγάλο Ελευθεροχώρι. (Στην περίοδο της τουρκοκρατίας γίνεται αναφορά και στον οικισμό Βριζόστι και Γέρακο). 


 








2.Κατά τη βυζαντινή εποχή η περιοχή  αναφέρεται στο έργο της Άννας Κομνηνής και εκκλησιαστικά ανήκει στην «Επισκοπή Ελασσώνος  και Δομενίκου».

Η κατάκτηση της Θεσσαλίας από τους Οθωμανούς ξεκίνησε το 1393/6 και ολοκληρώθηκε το 1420 με την προσάρτηση της στην Οθωμανική  αυτοκρατορία από τον τούρκο στρατηγό Τουραχάν.[1]

 

3. Η περιοχή  ,η οποία εκτός από τα νερά του Τιταρήσιου διέθετε  και πολλές πηγές , ήταν κατάλληλη για τη λειτουργία νερόμυλων.

Σημαντική πηγή πληροφόρησης για τους μύλους της περιοχής κατά την τουρκοκρατία  αποτελούν οι εξής  πηγές:

Α. Τα αφιερωτήρια των Τουραχανιδών, που μας δίνουν στοιχεία για τον αριθμό των μύλων της περιοχής. [2]

Αφιερωτήριο του Ομέρ Βέη ,1484       

 

Αφιερωτήριο του Χασάν Βέη 1531       

 

                   Μαγούλα     

1

Βλαχογιάννη

2

                    Συκέα           

1

 

 

                    Γέρακος        

1

 

 

 

Β. Οι οθωμανικές απογραφές ,που μας δίνουν στοιχεία για τη φορολόγηση των μύλων. [3]

                                        ΑΠΟΓΡΑΦΗ 1506

XΩΡΙΟ

ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ

ΠΥΛΕΣ

ΑΣΠΡΑ

ΣΥΝΟΛΟ

Μυλόγουστα(Milogusta)

Safer

4

Χ 30

120

 

Cihan

5

Χ30

150

Παλαιόκαστρο (Paliokastri)

Παπα-Γιώργης

1

Χ30

30

 

Σταμάτης Χοραβός

1

Χ30

30

 Πραιτώρι (Peratori)

Μεχμέτ Σούμπασης

3

Χ30

90

 

 

Μουσταφά Ουμούρ

2

Χ30

60

 

Γιουνούς Σούμπασης

2

Χ30

60

 

Μεχμέτ Μουσταφά και Μουσταφά

2

Χ30

60

 

Μεχμέτ Σούμπασης και Μεχμέτ Μαχμούτ

2

Χ30

60

 

Μανόλης

1

Χ15

15

 

Στάμος Βλάχος

1

Χ15

15

 

 Οι πέντε μύλοι ,που ανήκαν σε οθωμανούς, λειτουργούσαν όλο τον χρόνο  ενώ οι δύο μύλοι ,που ανήκαν σε χριστιανούς  λειτουργούσαν εποχιακά.

(Μία πύλη αντιστοιχεί σε ένα ζεύγος μυλόπετρες.)

 

 Γ.  Στον οικισμό Βριζόστι η εκκλησία της Παναγίας χρονολογείται από το 1514. Σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα του Ανδρέα Γκανάτσιου, ο οικισμός διέθετε εννέα μύλους. Επίσης ο ,αναστυλωμένος  σήμερα, μύλος του Κιάτου ήταν βακουφικός και ανήκε στην εκκλησία της Παναγίας. Τέλος αναφέρει πως σε κοντινό ρέμα που καταλήγει στο Αμούρι υπάρχει το πέτρινο τοξωτό γεφύρι  του Καλόγερου ,που χρήζει άμεσα αποκατάστασης. [4]

 

4. Α Το 1787 ο Σουλτάνος παραχώρησε τη διοίκηση της Θεσσαλίας με έδρα τη Λάρισα στον Αλή Πασά και το 1788 ,όταν ο Αλή ανέλαβε το πασαλίκι των Ιωαννίνων, τη θέση του πήρε ο γιος του Βελή Πασάς . Το 1812 ο Βελή  εγκαταστάθηκε στον Τύρναβο, επειδή το κλίμα της Λάρισας ήταν ανθυγιεινό .Ο Βελή πασάς ,εγκατεστημένος πλέον στο σαράι του στον Τύρναβο,  από το 1813 άρχισε να παίρνει στην περιοχή της Ελασσόνας γαίες (τσιφλικομερίδια) με τρόπους που προκαλούσαν την έντονη δυσαρέσκεια στους κατοίκους. Σε επιστολή του  προς τον Αλή το 1818   ,ο Βελή πασάς αναφέρει πως αγόρασε τσιφλικομερίδια στο Αμούρι, Πραιτώρι και Συκιά. [5]

 

Β Με μια άλλη πτυχή της παρουσίας του Βελή πασά στην περιοχή της Ποταμιάς ασχολήθηκε ο  ιστορικός ερευνητής Κ. Θεοδωρόπουλος  και ειδικότερα με την επισκευή ενός αρχαίου υδραγωγείου και την κατασκευή ενός υδραγωγού μήκους περίπου 28 χιλιομέτρων από το Βριζόστι στον Τύρναβο .

 Αρχικά διαπιστώνει πως γενικά  ο Βελή πασάς στις περιοχές που διοίκησε  κατασκεύασε έργα υποδομής( αντιπλημμυρικά έργα, δρόμους, γέφυρες). Ανάμεσα σε άλλα έργα αναφέρει και πως για την υδροδότηση του σαραγιού του στον Αετόλοφο της Αγιάς   έχτισε τεχνητή λίμνη η οποία τροφοδοτούνταν με το νερό κοντινών πηγών.

Σχετικά με την κατασκευή του υδραγωγού επισημαίνει πως στις 4 Απριλίου 1819 ο Αμερικανός περιηγητής Εdward Εverett έγραφε «Στον δρόμο  από τα Τρίκαλα προς Τύρναβο πολλά μίλια πριν  να φθάσουμε στον Τύρναβο, βλέπουμε εργάτες που δούλευαν στην κατασκευή ενός υδραγωγείου, για να έρχεται το νερό στο παλάτι του Βελή πασά…Μας είπαν οι εργάτες ότι στην ίδια ευθεία υπήρχε ένα αρχαίο υδραγωγείο τμήματα  του οποίου διασώζονται ακόμα» .

Ο ίδιος ο Βελής σε επιστολή του στον Αλή πασά 21 Δεκεμβρίου του 1819 γράφει «…καμιά εξηνταριά μαστόρους τζιοκάνια (ειδικευμένους τεχνίτες) όπου τους έχω και μου φτιάχνουν ένα γκιρίζι νερού (υπόγειο υδραγωγείο) από των καιρό των Ελλήνων (αρχαίο) ,το οποίο ευρέθει τώρα…διορθώνεται και  έρχεται το νερό εδώ στον Τύρναβο και γίνεται αυτό το χα’ι’ράτι (κοινωφελές έργο) ,μάλιστα και για το σαράγι μας είναι αναγκαίον». Μάλιστα ο Βελή  αναφέρεται στην καταγωγή των τεχνιτών «Πολίτες (Κωνσταντινοπολίτες), Ζουπανιώτες  (Πεντάλοφος Κοζάνης), Μπουγατζηκιώτες (Βογατσικό Καστοριάς)».  

 

 Σε επιτόπια έρευνα  στην οποία προχώρησε ο Θεοδωρόπουλος  εντόπισε ίχνη του υδραγωγού και κατέδειξε πως ο  συγκεκριμένος συνεχίζει από τον Τύρναβο  προς το Μεσοχώρι και την πηγή στο Βριζόστι (τμήματα του είναι ορατά και σήμερα δίπλα στον δρόμο Τύρναβος -Αμούρι).

Ο ερευνητής  καταλήγοντας συμπεραίνει πως μετά τον θάνατο του Βελή το 1822  και την πυρπόληση του παλατιού του από τον γιο του Ισμαήλ   το έργο  εγκαταλείφθηκε, αφού δεν εξυπηρετούσε πλέον τον σκοπό κατασκευής του. [6]

 

Γ.Ο Καραμίντζας Δημήτριος αναφέρει πως ο Βελή πασάς κατασκεύασε στο Δομένικο και στη γύρω περιοχή πολλές βρύσες (Λιάγα,Ντεληγιάννη,Γαζίνα,Μαχμούτη).

Επίσης κατασκεύασε πέτρινα γεφύρια, θολωτά στο κάτω μέρος .Τέσσερα από αυτά σώζονται στους αγροτικούς δρόμους προς το Βριζόστι, Μυλόγουστα, Άγιο Αχίλλειο και στην τοποθεσία Απλό. [7]

 

5. Α Οι Οθωμανοί της Θεσσαλίας ήδη από το 1839 (Κρίση Ανατολικού ζητήματος) αλλά και ακολούθως μετά από κάθε επαναστατική δράση των χριστιανών συντοπιτών τους πουλούν τις περιουσίες τους  και αναχωρούν για ασφαλέστερες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας.  Δυτικομακεδόνες  και Βορειοηπειρώτες που εργάζονταν στην  ευρύτερη περιοχή ως κτίστες, εργάτες ,κτηνοτρόφοι  αγοράζουν γη και εγκαθίστανται μόνιμα στη Θεσσαλία. [8]

 

Β. Χαρακτηριστικό για την καταγωγή και τις μετακινήσεις των τεχνιτών  στη Θεσσαλία είναι το παρακάτω μοιρολόι από το Δομένικο:

«Δεν το ‘ξερα παιδάκι μου πως ήταν να πεθάνω

να στείλω εκεί στην Καστοριά, να φέρω τους μαστόρους

να πελεκήσουν μάρμαρο ,να πελεκήσουν πέτρα

να χτίσουν το σαράι μου, να στρώσουν το κρεβάτι μ΄

και εγώ διαβάτρα να περνώ να τους καλημερίζω

-Μαστόροι πού δουλεύετε, ποιανού σαράι χτίζτε;

-Δικό σου είναι γερόντισσα ,δικό σου το σαράι,

 δικό σου είναι το στρώμα αυτό, δικό σ΄ και το κρεβάτι.

 -Μακρύ να μου το φτιάσετε, φαρδύ να μου το χτίστε,

 να βρει σ΄ αυτό αναπαμό, το δόλιο το κορμάκι!» [9]

 

6.Αναφορές για το Αμούρι Ελασσόνας.

Α  «…Απέναντι του Δομενίκου κείνται  τα έφεξής ελληνοχώρια. Πρώτον το Αμούρι ,δια μέσου του οποίου ρέει το ποταμάκι Βαρκόν ,το αναβρύον εκ των Αμπελώνων του Δομενίκου και χρησιμεύον εις τον να στρέφει τους μύλους των χωρικών΄ συνίσταται από περίπου 50 οσπίτια και τινάς προφυλακτικούς πύργους.»[10]

 

Β   «…το χωρίον  Αμούρι έχον  150  οικογενείας,4 υδρομύλους,2 εκκλησίας, χάνιον, ολίγην κριθήν, άχυρον, αραβόσιτον και χόρτον…»[11]

 

 Γ   «Μετά το Παλαιόκαστρον κείται το μικρόν χωρίον Κουνετσί (σημ.Ευαγγελισμός)  και το  Αμούρ (εν συνεχεία, μετ΄αυτό). Εν τοις αμπέλοις του τελευταίου αναβλύζει αφθονωτάτη πηγή διαυγών υδάτων ,άτινα ,διαρρέοντα το χωρίον καθιστώσιν  αυτό τερπνότερον και γονιμότατον .Ευθαλείς κήποι οπωροφόρων δένδρων, λειμώνες χλοερώτατοι, εναλλάσσονται μετά των αροσίμων γαιών του χωρίου, του οποίου το κυριώτατον εισόδημα είνε ο αραβόσιτος .Κάτωθεν του Αμουρίου, επι τινός λόφου κείται το χωρίον Δομένικον , εξ ου αποκαλείται και η  όλη κοιλάς.»[12]

 

 

Δ    Σύμφωνα με τη Γεωγραφική κατανομή μυλωθρών και αλευροβιομηχάνων στη Θεσσαλία  το 1930, το Αμούρι είχε 374 κατοίκους  στην απογραφή του 1928 και 8 μυλωθρούς.

Από τα άλλα χωριά της Ποταμιάς αναφέρεται η Μαγούλα με780 κατοίκους και 1 μυλωθρό και η Συκιά με 782 κατοίκους και 1 μυλωθρό.[13]

 

 

 



[1]  Βέλκος Γρηγόριος, Η Επισκοπή Δομενίκου και Ελασσώνος, Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως       Ελασσόνας, Ελασσόνα 1980, σελ.66, 69, 88 -101.

[2]  Γουλούλης Σταύρος,Τα αφιερωτήρια των Τουραχανιδών, Γενικά Αρχεία του κράτους, Αρχεία νομού Λάρισας, 2, Λάρισα 2003,σελ. 173 -174, 180.

[3] Κaypinar Levent,Έξι οικισμοί της Ελασσόνας στην απογραφή των Οθωμανών το 1506, Θεσσαλικό Ημερολόγιο 74, σελ.115-120.

 [4] Ανδρέας Γκανάτσιος, Το Δομένικο της Ελασσόνας. Οι μύλοι της Παναγίας Βριζόστι και το πέτρινο γεφύρι του Καλόγερου,ΘΗΜ86,σελ.117-128.

 [5] Σπανός Κώστας, Το Αμούρι Ελασσόνας το 1916,Επώνυμα και τοπωνύμια,2ο Συνέδριο τοπικής ιστορίας του δήμου Ελασσόνας,2023.

Μπλάντας Γιώργος, Ένα πωλητήριο κτημάτων στον Ευαγγελισμό της Ελασσόνας από Αλβανούς Κατόχους, ΘΗΜ 60,σελ.243-250

Βαλιάκος Ηλίας, Η επαρχία Ελασσόνας τον 19ο αι., Γνώση 2003,σελ. 72-73.

 

[6] Κ.Θεοδωρόπουλος, Η επισκευή ενός αρχαίου Υδραγωγείου για να φέρνει νερό στον Τύρναβο,9ο Συνέδριο Λαρισαϊκών  Σπουδών  του Ομίλου Φίλων Θεσσαλικής Ιστορίας.

[7] Καραμίντζας Δημήτριος, Χρονικά Δομενίκου,σελ.82

[8] Αικ.Πολυμέρου -Καμηλάκη, Επιτόπιες έρευνες στη Θεσσαλία, Παρατηρήσεις σε ζητήματα λαϊκού πολιτισμού,σελ.20

 [9] Καραμίντζας Δημήτριος, Χρονικά Δομενίκου,σελ.599,605

[10] Ι.Α.Λεονάρδου, Νεωτάτη  Χωρογραφία Θεσσαλίας,Πέστη 1836,σελ.90

[11] Ν.Σχινάς,Οδοιπορικαί σημειώσεις Ηπείρου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας,

1886,σελ.25

[12] Ν.Γεωργιάδου, Θεσσαλία, Βόλος 1894,σελ.286

[13] Λ.Γουργιώτη-Γ.Μητροφάνης,Θεσσαλία. Σιτάρι- Αλεύρι – Ψωμί. Παράδοση και εκσυγχρονισμός,Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο Λάρισας,σελ.140

 

……………………………………………………………………………………………

ΙΙ. Η ιστορία της οικογένειας Σαπουντζή – Το χρονικό  μιας οικογένειας μυλωνάδων πέμπτης γενιάς, Ανδρέας Αλεξάνδρου Σαπουντζής,Ιδιοκτήτης του μύλο «Φάμπρικα» στο Αμούρι Ελασσόνας.

 1850. Σε ένα μικρό χωριό της Καστοριάς το Καστανόφυτο και από χωριό μυλωνάδων  ο Αργύριος Σαπουντζής αποφάσισε να ασχοληθεί με τους πετρόμυλους και να γίνει μυλωνάς.

1890. Τότε άρχισαν να γίνονται και τα παιδιά του Αργυρίου μυλωνάδες, ο Γιώργος ο Σταύρος ο Βαγγέλης και ο Ηλίας.

1912 .Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τον τουρκικό ζυγό

και για μια καλύτερη ζωή ο Γιώργο Σαπουντζής μαζί με τα αδέρφια του ξεκίνησαν το ταξίδι προς τη Θεσσαλία και αναζήτηση μύλου για να εγκατασταθούν .Πρώτα πήγαν στην Καρδίτσα, μετά στον Αλμυρό Βόλου. Τέσσερα χρόνια αργότερα κατέληξαν στο Δαμάσι Τυρνάβου, σε έναν μικρό νερόμυλο .

1916. Εγκαταστάθηκαν οριστικά στο Αμούρι Ελασσόνας αγοράζοντας τη «Φάμπρικα», το μεγαλύτερο εργοστάσιο τότε  στη Θεσσαλία, κατασκευασμένο από τον τουρκικό στρατό για να παράγει αλεύρι για το στράτευμα. 

 Με βάση τις πληροφορίες που μου έδωσε ο συγχωριανός μου  Πέτρος Καλτσόγιαννος (γεν.1930),αγόρασαν τη Φάμπρικα μαζί με παρακείμενο χωράφι από κάτοικο του χωριού Λιβάδι Ελασσόνας. Ο Χατζημπίρος, τσιφλικάς από το Πραιτώρι, ισχυρίστηκε  πως το πίσω χωράφι ήταν δικό του. Μαζί με μάρτυρες από το χωριό τα αδέλφια διεκδίκησαν δικαστικά το χωράφι. Τελικά  ο Χατζημπίρος κέρδισε τη δίκη, το πούλησε στον Μανδραβέλη ,βλάχο παπά από το Πραιτώρι ,και αργότερα τα δύο αδέλφια  Αλέξανδρος και Δημήτρης το αγόρασαν από αυτόν.

 Το  νερό στον μύλο διοχετευόταν ,μέσω αυλακιού  ,από  το «Γυαλί», πηγή κοντά στο χωριό. Επίσης   υπήρχε   βορείως και κολλητά  στον μύλο μαντάνι .Είχε ορθογώνιο σχήμα με 3 και 6 παράθυρα κατά πλάτος και μήκος αντίστοιχα.

Στο Αμούρι υπήρχαν άλλοι τρεις νερόμυλοι ,οι οποίοι έπαιρναν κίνηση  κι αυτοί με νερό  ,μέσω αυλακιού, από  το «Γυαλί».

Το νερό ξεκινούσε από την ίδια πηγή και γινόταν  διαχωρισμός ,δηλαδή υπήρχαν δύο αυλάκια διοχέτευσης νερού. Το ένα έδινε κίνηση στη «Φάμπρικα» και το άλλο σε όλα τα υπόλοιπα . Το περισσότερο νερό πήγαινε στη «Φάμπρικα».

( Το1960 κατασκευάστηκε ακόμη ένας μύλος ο οποίος ήταν κοινοτικός «χωριανκός».)

 1918 .Αγοράζουν τον μύλο του Κιάτου .

 1919 .Αγοράζουν έναν ακόμα μύλο στο Αμούρι από τους πέντε που είχε συνολικά. Έτσι ο Γιώργος με τον Σταύρο κατέχουν τους δύο μύλους ,τη «Φάμπρικα» και τον μύλο του Κιάτου και ο Βαγγέλης με τον Ηλία  τον άλλον μύλο. Σε όλη αυτή τη διάρκεια ο Γιώργος με τον Σταύρο αντάλλασσαν  τους μύλους μια χρονιά τον έναν και μια χρονιά τον άλλον .

1940. Η «Φάμπρικα» επιτάχθηκε από το ελληνικό κράτος για να παράγει αλεύρι για τον στρατό.

1948. Ο Γιώργος με τον Σταύρο αποφασίζουν να χωρίσουν και ο καθένας να κρατήσει από έναν μύλο .Ο Σταύρος κράτησε τον μύλο του Κιάτου και ο Γιώργος τη «Φάμπρικα».

 Εκεί μπαίνει ο γιος του Γιώργου, ο Ανδρέας και ασχολείται και αυτός με τους μύλους .Η δουλειά αρχίζει να ανεβαίνει.

1957. Ο Ανδρέας αποφασίζει να κάνει ένα πρωτοποριακό βήμα και τον πετρόμυλο να τον μετατρέψει σε κυλινδρόμυλο με μηχανή πετρελαίου δίνοντας κίνηση σε όλα τα μηχανήματα με έναν άξονα !

Στη δουλειά μπαίνουν και τα παιδιά του Ανδρέα ,ο Γιώργος ,ο Αργύρης, ο Ιωάννης και οι δίδυμοι αδερφοί Δημήτρης και Αλέξανδρος ,όλοι μυλωνάδες

1970.Ξημερώματα 29 Ιουλίου .Ξεσπά φωτιά στη φάμπρικα και καταστρέφεται ολοσχερώς .

1972. Ενώ ο Ανδρέας μαζί με τα παιδιά του καταβάλλει προσπάθεια, για να ξαναστήσει τον μύλο, γίνεται πλημμύρα στο χωριό και παρασέρνει  τα μηχανήματα που αγοράστηκαν.

1973. Αγοράζει τα μηχανήματα από τον μύλο του Παππά στη Λάρισα, για να μπει ξανά σε λειτουργία

9 Μαΐου 1974 .Ο Ανδρέας Σαπουντζής φεύγει από τη ζωή.

 Μετά από δυο μεγάλες καταστροφές δεν υπήρχαν άλλα χρήματα και τα παιδιά του Ανδρέα πήγαν να δουλέψουν εργάτες ,κυρίως οι δίδυμοι Δημήτρης και Αλέξανδρος .

1978.Αφού μάζεψαν κάποια χρήματα αποφάσισα να γυρίσουν στο Άργος Ορεστικό της Καστοριάς ,αγόρασαν έναν μύλο και άρχισαν την παραγωγή .Αυτό κράτησε δύο χρόνια.

1980.Πούλησαν τον μύλο στο Άργους Ορεστικό και γύρισαν πάλι στη «Φάμπρικα». Με τα χρήματα ξαναέφτιαξαν τον μύλο και μπήκε σε λειτουργία ο κυλινδρόμυλος .Η δουλειά ασταμάτητη με 15 άτομα προσωπικό .

1991.Τα τέσσερα αδέλφια, Γιώργος ,Αργύρης ,Δημήτρης και Αλέξανδρος συστήνουν την εταιρεία «Μύλοι αδελφών Ανδρέα Σαπουντζή Ο.Ε.».

1992. Οι δύο αδελφοί, Δημήτρης και Αλέξανδρος αγοράζουν το ποσοστό από τον Γιώργο και τον Αργύρη .Τα δύο αδέλφια εισάγουν μικρές συσκευασίες αλεύρι για σούπερ μάρκετ με πλαστικό τσουβάλι των 5 και 10 κιλών .

2000 .Εισάγουν τα πρώτα χάρτινα τσουβάλια για φούρνους .

2005. Εισάγουν μικρή και χάρτινη συσκευασία και καταργούν την πλαστική

2006. Λόγω της μεγάλης ζήτησης η «Φάμπρικα» δεν μπορεί να ανταπεξέλθει και ξεκινούν την κατασκευή νέου αλευρόμυλου στην Ελασσόνα .

2008 .Μπαίνει και ο γιος του Αλέξανδρου ,Ανδρέας (πέμπτη γενιά μυλωνάδων Σαπουντζή ).

2009 .Γίνεται η μετεγκατάσταση .Η «Φάμπρικα» δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί, έγινε γραμμή για σκληρό σιτάρι.

2012 .Ο Ανδρέας, γιος του Αλεξάνδρου, εισάγει τη συσκευασία ενός κιλού, που σπάνια βρίσκει κάποιος από μικρούς μύλους.

2020. Τα δίδυμα  αδέλφια χωρίζουν .

Ο Δημήτρης κρατά το εργοστάσιο στην Ελασσόνα και ο Αλέξανδρος μαζί με τον Ανδρέα,  τον γιο του , γυρίζουν στη «Φάμπρικα». Ανακατασκευάζουν τον μύλο ,βάζουν σύγχρονα μηχανήματα  .Οι εργασίες κρατούν έναν χρόνο.

3 Μαρτίου 2021.Κατά τη διάρκεια σεισμού μεγέθους 6,3 Ρίχτερ και κύριου μετασεισμού την επόμενη μέρα 5,9  Ρίχτερ , τμήμα του πέτρινου μύλου γκρεμίζεται και σταματάει η παραγωγή.

Σεπτέμβριος 2023. Κατά τη διάρκεια της κακοκαιρίας Daniel,τα νερά πλημμυρίζουν τον μύλο και καταστρέφουν τον  εναπομείναντα εξοπλισμό .


                               Ο Ανδρέας Σαπουντζής του Γεωργίου (Έτος γέν.1912 ή 1913)



Ο  σύγχρονος εξοπλισμός του μύλου πριν από τον σεισμό και την πλημμύρα

                            Το διώροφο οθωμανικό κτίσμα της Φάμπρικας μετά τον σεισμό.




Το εξωτερικό της Φάμπρικας μετά τον σεισμό και την πλημμύρα
  

Κάτοψη της Φάμπρικας






......................................................................................................................................................................

 

 ΙΙΙ« Σαπουντζής Γεώργιος, Ο  μυλωνάς παππούς μου- Η καθημερινότητα της  οικογένειας Σαπουντζή στο Αμούρι Ελασσόνας»,Σαπουντζή Δέσποινα Μαρία.

(Η εργασία μου βασίστηκε στα στοιχεία που  έδωσαν  τα αδέλφια του παππού μου ,Δημήτρης, Ευπραξία, Σιδερούλα Σαπουντζή και η γιαγιά μου Δήμητρα Σαπουντζή. )

 Α Ο παππούς μου(Με βάση τις πληροφορίες που μου  έδωσε η Ευπραξία Σαπουντζή, αδελφή του παππού μου Γιώργου Σαπουντζή, και η γιαγιά μου Δήμητρα Σαπουντζή)

  Ο Αργύρης Σαπουντζής γεννήθηκε  στο Καστανόφυτο Καστοριάς. Εκεί γεννήθηκαν οι τέσσερις γιοι του ,ο Γιώργος ,ο Σταύρης, ο Ηλίας, ο Βαγγέλης  και η μία κόρη του ,η Μαρία .  Η Μαρία παντρεύτηκε και έμεινε στην Καστοριά .Τα  τέσσερα αδέρφια το 1916 αγόρασαν  αρχικά τον μύλο (αποκαλούμενο) Φάμπρικα και αργότερα δύο ακόμα  μύλους στο Αμούρι Ελασσόνας . 

Ο Ηλίας με τον Βαγγέλη είχαν τον  μύλο τον οποίο σήμερα έχει ο Αναγνώστος (Δριστέλα Αναγνώστου). Επίσης ο γαμπρός του Βαγγέλη ,Πασχάλης Σερέγκος, αγόρασε  έναν μύλο και πρόσθεσε και κυλινδρόμυλο.

Ο Γιώργος με τον Σταύρο πήραν τη   «Φάμπρικα» και τον μύλο του Κιάτου στο Ξυλογέφυρο ,στη θέση Παλιοχώρι, και τους αντάλλασσαν κάθε δύο χρόνια .Ο Γιώργος ήταν δάσκαλος στο Σχολαρχείο και το παιδί του, ο Ανδρέας  έκανε 8 παιδιά (ανάμεσά τους και τον παππού μου Γιώργο).

Ο Γιώργος ( γεν.1945) είναι ο παππούς μου και πατέρας του πατέρα μου Ανδρέα. Το 1999  ο παππούς μου Γιώργος  αγόρασε τον μύλο του Σερέγκου και πρόσθεσε  δριστέλα. Σήμερα διευθύνει τη δριστέλα η γιαγιά μου Δήμητρα. Ο  ισχυρός σεισμός  των 6,3 Ρίχτερ του 2021 κατέστρεψε τον νερόμυλο δίπλα στη δριστέλα.

             Η είσοδος στο συγκρότημα του μύλου και της νεροτριβής -δριστέλας του Γιώργου Σαπουντζή. 




 Ο νερόμυλος  του παππού μου Γιώργου πριν από τον σεισμό και  μετά τον σεισμό . 

  https://www.youtube.com/watch?v=0mZdm8rIVRU


Ο παππούς μου ,ο Γιώργος στον μύλο.

                                                               Ο αλεστικός μηχανισμός

                                       

                                                                    Μυλόπετρες



Οι δριστέλες







Ο μηχανισμός ελέγχου παροχής  του νερού στη δριστέλα.


Σαπουντζή Δήμητρα ,ιδιοκτήτρια της δριστέλας Σαπουντζή



  Β. Οι αναμνήσεις της Ευπραξίας Σαπουντζή.

 Γεννήθηκα το 1944.Eίμαι  κόρη του Ανδρέα και αδελφή του  Γιώργου, του παππού της Δέσποινας- Μαρίας. 

Είμαστε οκτώ(8)αδέλφια(Eυπραξία,Γιώργος,Αλέξανδρος,Δημήτρης,Αργύρης,Γιάννης, Σιδερούλα και   Κυβέλη ). Στο χωριό  έλεγαν πως αρχικά οι άνθρωποι εγκαταστάθηκαν στο Βριζόστι, επειδή όμως υπήρχαν πολλοί σκορπιοί και πέθαιναν τα παιδιά από τα τσιμπήματα τους ,κατέβηκαν στο Αμούρι.

Και οι τρεις μύλοι  των αδελφών Σαπουντζή  είχαν από δύο ζεύγη μυλόπετρες ,μια δριστέλα και ένα μαντάνι .

Μέχρι να γίνω 6 χρονών και να πάω στο σχολείο μέναμε οικογενειακά στον μύλο του  Kιάτου/Ξυλογέφυρου.. Ο  μύλος ήταν μακρόστενος και διώροφος .Πάνω είχε δύο δωμάτια και σάλα και κοιμόμασταν εμείς τα παιδιά με τους γονείς. Κάτω ,δίπλα στο τζάκι, κοιμόταν ο παππούς και η γιαγιά .Επίσης διέθετε βοηθητικούς χώρους φούρνο, κουζίνα και σταύλο. Στο πέτρινο μυλαύλακο παραφύλαγα και έπιανα καβούρια , τα οποία τρώγαμε. Η καρούτα ήταν τσίγκινη..Θυμάμαι τον ήχο από τα ξύλινα σφυριά στο μαντάνι , τα οποία  με τη βοήθεια του νερού χτυπούσαν το μάλλινα υφαντά ,τα «δίμιτα» ( ύφανση με διπλό νήμα), για να «μπάσουν» και να φτιάξουν  ρούχα ανθεκτικά. Στο Πραιτώρι υπήρχε ράφτης που  με αυτά  τα υφαντά   έραβε τα ρούχα των κατοίκων της περιοχής .

   Η  «Φάμπρικα» ήταν διώροφο κτίσμα . Η Φάμπρικα ήταν επί τουρκοκρατίας σουσαμόμυλος. (την πληροφορία μου την έδωσε ο Πέτρος Καλτσόγιαννος (γεν. 1930 ).Τον πούλησε στην οικογένειά μου κάποιος από το Λιβάδι Ελασσόνας.  Η δριστέλα του ήταν λίγο πιο μακριά από το κτίσμα του μύλου. Η «Φάμπρικα» κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο άλεθε για το στρατό. Λειτουργούσε   κανονικά στη γερμανική κατοχή .Έρχονταν από τα Τρίκαλα και την Καρδίτσα για να αλέσουν σιτάρι και καλαμπόκι.

Τον Σταύρη, τον αδελφό του Γιώργου τον σκότωσαν οι αντάρτες.

     Ο παππούς μου, ο Γιώργος Σαπουντζής του Αργυρίου, ήταν δάσκαλος στο Σχολαρχείο .Είχαμε άλλο λεξιλόγιο από τους συγχωριανούς μας λόγω διαφορετικής καταγωγής (από την πλευρά του πατέρα μου κατάγονταν από την Καστοριά) . Τη μητέρα της μάνας μας (η μάνα ήταν ντόπια) τη φωνάσαμε «γιαγιά» ,ενώ τα άλλα εγγόνια  «μανιά» .

Η Ευπραξία Σαπουντζή



               Γ. Οι αναμνήσεις της    Σιδερούλας (Ρούλας) Σαπουντζή.

 Γεννήθηκα το         Με βάση όσα θυμάμαι να μου λένε οι γονείς μου, φτάνοντας στο Αμούρι Ελασσόνας, τα τέσσερα παιδιά του Αργύρη αγόρασαν τρεις νερόμυλους από ντόπιους κατοίκους, οι οποίοι λίγο νωρίτερα τους είχαν αγοράσει από τους Τούρκους που είχαν φύγει.

Οι νερόμυλοι ήταν διώροφα πετρόκτιστα κτίρια. Στον πάνω όροφο έμεναν οι οικογένειες των αδερφών, σε χώρους με ψηλά παράθυρα με σιδερένια κάγκελα. Οι μύλοι βρίσκονταν στις άκρες του χωριού, κυρίως σε σταυροδρόμια, και εξυπηρετούσαν διαφορετικά χωριά της περιοχής.  Το σύνολό τους διέσχιζε το ίδιο ποτάμι, το  «Γυαλί», που βοηθούσε να αλέσει  ο μύλος το σιτάρι και να παραχθεί το αλεύρι.

 Στους νερόμυλους μαζεύονταν οι “αλεστάδες” με άλογα, γαϊδουράκια, αργότερα εξοπλισμένα με κάρα, φορτωμένα με σιτάρι μέσα σε μάλλινα σακιά, και με υπομονή περίμεναν τη σειρά τους μέχρι να πάρουν το αλεύρι καθήμενοι κάτω από τα μεγάλα πλατάνια δίπλα στο γάργαρο δροσερό νερό.

Η πληρωμή σπάνια γινόταν με χρήματα αλλά περισσότερο με το “δικαίωμα” που σήμαινε ότι ο μυλωνάς για αμοιβή κρατούσε μέρος του σιταριού, ενώ άλλοτε οι αλεστάδες πλήρωναν με μέλι, τυρί κ.ά. αγαθά . Τα βράδια έκλειναν οι μεγάλες ξύλινες πόρτες με τον σιδερένιο σύρτη και ο έλεγχος της πόρτας γινόταν από τον επάνω όροφο, αφού ακριβώς πάνω από την πόρτα οι νερόμυλοι είχαν πολεμίστρα για να προφυλάσσονται από τους κλέφτες, η οποία εξασφάλιζε κατάλληλο οπτικό πεδίο .