ΤΗΣ ΘΕΡΙΜΙΩΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ
ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ-ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΤΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ
Α.Ο παππούς Βασίλης και ο « Ερωτόκριτος»
Καλοκαίρι του
1973. Eίναι
απόγευμα και μαζί με την ξαδέρφη μου, την Λέλα, καθόμαστε στην αυλή του πατρικού
της σπιτιού και κεντάμε. Δίπλα μας
κάθεται και ο παππούς της, ο Βασίλης Καραβίδας.
Το προσφυγικό σπίτι ήταν στο συνοικισμό των
Μικρασιατών, γωνία Ελ. Βενιζέλου και Σμύρνης. Στην αυλή υπήρχαν λουλούδια, μια
κορομηλιά και ένα αναρριχόμενο γιασεμί που αγκάλιαζε την μια πλευρά του
σπιτιού. Ενώ κεντάμε, ο παππούς Βασίλης
μας απαγγέλει απ’ έξω ένα ποίημα. Είναι μεγάλο, έχει ομοιοκαταληξία, πανέμορφα
λόγια και μιλάει για την αγάπη του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας.
Πρώτη φορά το άκουγα, στο σχολείο δεν το
διδάχθηκα. Σταματώ να κεντώ. Ο παππούς Βασίλης με μάγεψε με την απαγγελία του,
μου έκανε εντύπωση ότι το ήξερε και, μάλιστα, απέξω. Τον ρώτησα πως το έμαθε
και μου διηγήθηκε τα παρακάτω:
«Όταν ήμουν μικρός στην πατρίδα, ο πατέρας μου, που ήταν
μπαξεβάνης, έφερε ένα βράδυ στο σπίτι το βιβλίο <Ο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ> του
Βιτσέντζου Κορνάρου. Η μάνα μου τον ρώτησε πού το βρήκε και εκείνος απάντησε, ότι το πρωί που πήγε στο
παζάρι να πουλήσει τα ζαρζαβατικά του, είδε έναν άνθρωπο να διαβάζει ένα βιβλίο. Γύρω του είχε μαζευτεί κόσμος που τον
άκουε θαμπωμένος. Κοντοστάθηκε και ο ίδιος να τον ακούσει. Τόσο πολύ του άρεσε,
που, χωρίς να σκεφτεί τις ανάγκες της οικογένειάς του, αφού ξεπούλησε, με τα
χρήματα που έβγαλε αγόρασε το βιβλίο.
Διαμαρτυρήθηκε η μάνα μου γιατί τα πράγματα
του σπιτιού που περίμενε δεν τα έφερε, και στην θέση τους έφερε ένα βιβλίο. Ο πατέρας μου της είπε ότι το βιβλίο
είχε μεγαλύτερη αξία από τα πράγματα που περίμενε.
Από τότε, κάθε
βράδυ μετά το φαγητό μας μάζευε και διαβάζαμε με την σειρά όλα τα παιδιά τον
Ερωτόκριτο. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος το θυμάμαι μέχρι και σήμερα απέξω. Μας
ξερίζωσαν, στάχτη γίναν τα υπάρχοντά μας, όμως, ο Ερωτόκριτος έμεινε χαραγμένος
στο μυαλό μου».
Παππού Βασίλη σε
ευχαριστώ από την καρδιά μου γιατί από
αυτήν την ιστορία που μου διηγήθηκες αντάμωσα τον πολιτισμό που έφερες από την
πατρίδα.
Σημ.
·
Η
καταγωγή του παππού Βασίλη Καραβίδα ήταν από την Μάκρη της Μ. Ασίας. Δεν ήταν
πραγματικός μου παππούς, αλλά τον αποκαλούσα και τον θεωρώ παππού μου, γιατί
μεγάλωσα κοντά του μιας και παππούδες
δεν γνώρισα, γιατί σκοτώθηκαν νέοι.
·
Σε
δύο σημεία αναφέρω την λέξη ΄πατρίδα’, διευκρινίζω ότι οι πρόσφυγες πάντα
θεωρούσαν πατρίδα την Μ. Ασία.
Β.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΜΕΛΕ ΤΑΜΠΟΥΡΟΥ
Η γιαγιά μου Ζαχαρώ Θεριμιώτη το γένος
Σπυρίδωνα Μπέη γεννήθηκε στο Οδεμήσιον της Μ. Ασίας στις αρχές του 20ου αιώνα,
το 1905. Όταν ήρθε ως προσφυγοπούλα στην
Ελλάδα ήταν 17 χρονών και μεταξύ άλλων, μου διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, η
οποία αφορά τον θείο της, Χρήστο Μπέη, τον μικρό αδελφό του πατέρας της:
“ Ο Χρήστος Μπέης ήταν ψηλός, δυνατός και όμορφο παλληκάρι.
Οι Τούρκοι τον είχανε πάρει στα Αμελέ Ταμπουρού. Εμείς τον είχαμε ξεγραμμένο,
γιατί όποιος πήγαινε εκεί δεν είχε γυρισμό.
Το ‘22 έγινε η
καταστροφή. Εγώ με τον πατέρα μου, Σπύρο,
και τον αδελφό μου, Γιάννη Μπέη, γλυτώσαμε και ήρθαμε πρόσφυγες στην Ελλάδα. Γυρίσαμε πολλά μέρη και
τελικά εγκατασταθήκαμε στην Γιάννουλη. Στην αρχή, μείναμε στις ξύλινες
παράγκες, στα παλιά του Χαρακόπουλου.
Μετά, εμφανίσθηκε ο αγνοούμενος για χρόνια, Χρήστος
Μπέης αδελφός του πατέρα μου. Όταν τον είδαμε
δεν πιστεύαμε ότι σώθηκε.
Τον ρώτησα πώς γλύτωσε και μου είπε ότι: « στο στρατόπεδο εργασίας, που
βρισκόταν στα βάθη της Τουρκίας, μας έβαζαν να φτιάχνουμε δρόμους. Μια μέρα, ο διοικητής μας ανακοίνωσε ότι την επομένη μέρα
θα επισκεπτόταν το στρατόπεδο ένας αξιωματικός και ήθελε έναν Έλληνα να παλέψει με ένα
Τούρκο. Αν ο Έλληνας νικούσε θα τον απελευθέρωναν.
Οι κρατούμενοι
πρότειναν εμένα και εκείνο το βράδυ
μερικοί μου δώσανε να φάω το δικό τους φαγητό για να έχω δύναμη. Την άλλη μέρα πάλεψα
και νίκησα. Η ήττα ήταν ντροπή για τους Τούρκους. Εγώ
περίμενα ότι θα ανακοίνωναν την απελευθέρωσή μου, όμως αυτό δεν έγινε.
Το ίδιο βράδυ οι
συγκρατούμενοι μου, μου λένε ότι οι Τούρκοι δεν θα κρατήσουν το λόγο τους και
θα με εκτελέσουν, γι’ αυτό και με συμβούλευσαν να δραπετεύσω. Έτσι έγινε,
χαμένος για χαμένος ήμουν το ίδιο βράδυ δραπέτευσα.
Κρύφτηκα σε ένα
περιβόλι. Μετά από δύο μέρες ο Τούρκος που είχε το περιβόλι με βρήκε. Του είπα
στα τουρκικά : αν είσαι άνθρωπος του
θεού μη με προδώσεις. Δεν με πρόδωσε. Αυτός
και η οικογένειά του με έκρυψαν και με έσωσαν, ήταν καλοί άνθρωποι.
Εγώ παρίστανα τον τούρκο εργάτη. Όταν
έφυγε το μεγάλο κακό και αφού πέρασαν χρόνια με φυγάδευσαν στα παράλια της
Μικράς Ασίας και από εκεί με ψαροκάικο
στην Μυτιλήνη. Μετά από χίλια βάσανα και με την βοήθεια του Ερυθρού
Σταυρού σας βρήκα. »
Σημ.
·
Ο
θείος της γιαγιάς μου, Χρήστος Μπέης, παντρεύτηκε στους Γόννους μια νέα γυναίκα
την Κατερίνα που ήταν χήρα με ένα κοριτσάκι. Μαζί της δημιούργησε οικογένεια
και απέκτησε τρία παιδιά, ένα από τα παιδιά της ήταν και η αγαπημένη μου θεία, Λενιώ Καραβίδα, που παντρεύτηκε και έζησε
στην Γιάννουλη.
·
Θυμάμαι
την γιαγιά μου να κάθεται τα απογεύματα δίπλα στο μικρό τρανζίστορ και να
ακούει τις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού. Περίμενε ότι ίσως επιστρέψουν τα
δυο αγνοούμενα αδέρφια της, τα οποία είχαν καταταχτεί στον Ελληνικό Στρατό. Από τότε που έφυγαν να
πολεμήσουν στο Αφιόν Καραχισάρ, δεν είχε
νέα τους και η καημένη περίμενε….
Στην γιαγιά μου η μοίρα της έδωσε πολλά χτυπήματα, όπως έλεγε η ίδια, είδε την σφαγή και το κάψιμο της Σμύρνης, τα
δυο αδέρφια της πολεμώντας σκοτώθηκαν στον Μικρασιατικό πόλεμο, ταλαιπωρήθηκε
ως προσφυγοπούλα περιδιαβαίνοντας την Πελοπόννησο. Όταν κατάφερε να κάνει
οικογένεια, έχασε ένα μωρό στην γέννα και ακόμη ένα τον Αγαμέμνονα, περίπου
ενός έτους. Στον πόλεμο του 40, οι Γερμανοί κατακτητές εκτέλεσαν τον σύζυγό της
Κωνσταντίνο Θεριμιώτη γιατί ήταν στο ΕΑΜ και έμεινε χήρα με τρία ανήλικα
παιδιά.
Μάρτης του 2022 Ντίνα
Θεριμιώτη